Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ενας «Καυτός ήλιος» πάνω από την Ευρώπη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ελειώνει ο πόλεμος; Το θέμα είναι μάλλον ανεξάντλητο και πολυπαιγμένο. Η ταινία του Κροάτη σκηνοθέτη Ντάλιμπορ Μάτανιτς «Καυτός ήλιος» αποδεικνύει ότι είναι και πολυποίκιλο, ειδικά όταν το βίωμα ωριμάζει στον χρόνο, τροφοδοτώντας το βλέμμα με μια στοχαστική ευθύτητα. Η ευφυΐα του 40χρονου Μάτανιτς είναι ότι δεν καταγράφει καθόλου τον πόλεμο αλλά μόνο τις συνέπειες των εμφύλιων συρράξεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, εστιάζοντας στους Σέρβους και τους Κροάτες.

Οι τρεις ιστορίες του –θα μπορούσε να τις ονομάσει κανείς και ερωτικές, αν και η πρώτη έχει την ορμή της επόμενης μέρας και οι άλλες δύο σκιάζονται από ερείπια σπιτιών και ζωών– διαδραματίζονται το 1991 (λίγο πριν από την έναρξη του εμφυλίου), το 2001 και το 2011. Η πρώτη ιστορία τελειώνει άδοξα καθώς το μίσος έχει αρχίσει να φουντώνει και το νεαρό ζευγάρι θυμίζει Ρωμαίο και Ιουλιέτα. Οι δύο άλλες πατούν πάνω σε νεκρούς ανθρώπους, τόνους ενοχής, αδυναμία συγχώρεσης και συνύπαρξης.

Τα Βαλκάνια του Μάτανιτς πάσχουν, υποφέρουν και ελάχιστα ελπίζουν. Ακόμη και τα συντρίμμια που επιδιορθώνονται έχουν ορατές ρωγμές. Οι άνθρωποι είναι σαν κυνηγημένα αγρίμια. Εχουν ξεχάσει να μιλούν, να επικοινωνούν, να μοιράζονται, να ερωτεύονται, να διασκεδάζουν. Να γελούν από ευχαρίστηση και όχι από απελπισία. Οι σχέσεις (ανάμεσα σε φίλους, γονείς και παιδιά, εραστές) μπορούμε να υποψιαστούμε πώς ήταν στο παρελθόν, αλλά δύσκολα αντέχονται στο παρόν. Σαν αξημέρωτη νύχτα. Οι σφαγές, οι θάνατοι, είναι διαρκώς παρόντες και η ευθύνη μετέωρη· δεν φταίει ούτε ο αδελφός του ενός ούτε ο πατέρας του άλλου.

Εξάλλου είναι και οι δύο νεκροί.

Ο πόλεμος μολύνει, αποθηκεύεται σε όλες τις αισθήσεις, γίνεται κάτι σαν πεπρωμένο. Το τραύμα θέλει πολλές δεκαετίες για να επουλωθεί. Και όλα είναι τόσο παράξενα ευάλωτα, απρόβλεπτα. Οι αντιδράσεις, οι διαθέσεις, οι επιθυμίες. Οι άνθρωποι χάνουν τον ρυθμό και τον προσανατολισμό τους. Θα τον ξαναβρούν αλλά αλλιώς και θα είναι άλλοι. Θα έχουν αλλάξει μέσα από την οσμή του θανάτου.

Στην τελευταία ιστορία, του 2011, που είναι και η πιο κοντινή, όλα θυμίζουν κάτι παλιό και οικείο, όμως τίποτα δεν είναι ίδιο. Νέοι άνθρωποι σε ένα ρέιβ πάρτι και παράλληλα μισοτελειωμένες ιστορίες, αδιατύπωτες, γεμάτες σιωπές. Ο κεντρικός ήρωας παραληρεί· η συνάντηση με τους γονείς κλεισμένη σε μια επιθετική σιωπή. Ενα πιάτο φαΐ που δεν θα αγγίξει ποτέ. «Να έρχεσαι να μας βλέπεις», του ζητούν, αλλά εκείνος έχει ήδη φύγει. Αναζητάει απελπισμένα την αποδοχή μιας νέας κοπέλας με ένα παιδί. Ο πατέρας του, ούτε τριάντα χρόνων, έχει σκοτωθεί στον πόλεμο. Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Γιατί αυτή η βουβή οργή από τη γυναίκα;

Απαντήσεις δεν υπάρχουν, μόνο χρόνος άπλετος που λες και δεν κυλά. Δεν πιέζεται από κάποια δουλειά ή πρόγραμμα. Οι άνθρωποι εκτεθειμένοι, ακάλυπτοι από υποχρεώσεις. Επιβιώνουν απλώς. Ηταν ανάμεσα στους τυχερούς που δεν σκοτώθηκαν. «Και λοιπόν;» μοιάζει να αναρωτιούνται. Διασταυρώνονται σαν σκιές, σαν φαντάσματα. Περίκλειστοι μέσα σε νωπές, αταξινόμητες, μνήμες.

Ο «Καυτός ήλιος» δεν είναι μόνο μια μεταπολεμική συνθήκη. Είναι μια μετα-κατάσταση. Σημαδεύει στην καρδιά του προβλήματος. Ετσι είναι σήμερα τα Βαλκάνια. Πώς θα είναι η Ευρώπη αύριο, βιώνοντας τον δικό της ιδιότυπο «πόλεμο»;

Θα ξαναπιάσει το κομμένο νήμα της ευημερίας ή θα μείνει για καιρό με τη γεύση της στάχτης στο στόμα; Κύματα προσφύγων, αυξανόμενη φτώχεια, ανεργία (στη χώρα μας κυρίως), ακροδεξιοί συνασπισμοί, ρατσιστικές επιθέσεις, συντηρητικοποίηση. Ναυαγίων ναυάγια. Οχι ότι απουσιάζει η άλλη πλευρά, της επινοητικότητας, της δυναμικής των νέων κυρίως ανθρώπων, των φρέσκων αντιλήψεων και ιδεών, της κοινωνίας των πολιτών, της αλληλεγγύης. Ομως το φως είναι ολίγο και ισχνό προς το παρόν. Συγκεντρωνόμαστε σε αυτό, γιατί είναι το μόνο που προμηνύει μια καλύτερη επόμενη μέρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ