ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Οι ανεκτίμητοι (και καταδικασμένοι) θησαυροί των οικογενειακών άλμπουμ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Νεανική συντροφιά στη χωμάτινη αυλή παλιού αθηναϊκού σπιτιού στην περιοχή του σημερινού Νέου Κόσμου, τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οι ζωές των άλλων

Δ​​εν πρόλαβα να δω την ταπεινή αυλή της φωτογραφίας. Γνώρισα, όμως, πολύ καλά, κι από πολύ κοντά, τους νέους που απαρτίζουν την ανέμελη συντροφιά μιας μάλλον ασήμαντης Κυριακής του 1957 ή του 1958.

Ολοι μέλη της ευρύτερης οικογένειάς μου, γονείς (σε πρώτο πλάνο), θείοι και θείες, άπαντες από την πλευρά του πατέρα μου, αντικρίζουν τον φακό με την αθωότητα αλλά και την περιέργεια που προκαλούσε η πολύ πιο περίπλοκη, εκείνη την εποχή, διαδικασία της λήψης ενός και μόνο φωτογραφικού πλάνου.

Υπάρχει κάτι αναπόδραστα μαγικό στις φωτογραφίες των οικογενειακών άλμπουμ, που έχουν τη δύναμη να μας αιφνιδιάζουν. Ολόκληροι κόσμοι αναβλύζουν μέσα από το ασπρόμαυρο σύμπαν τους. Εκεί που είσαι σίγουρος ότι ξέρεις τα πάντα για τους ανθρώπους που σε μεγάλωσαν, για τους μικρούς κύκλους συγγενών και φίλων που τους πρόλαβες και τους έζησες κι εσύ, προκύπτουν αβίαστα τόσες νέες πληροφορίες. Με τη φωτογραφία της σημερινής στήλης, για παράδειγμα, έμαθα για πρώτη φορά ότι το «φημισμένο» σπίτι μιας θείας μου σε μια δραματική ανηφόρα στη συνοικία Γαργαρέττα διέθετε αυλή με χώμα. Η Γαργαρέττα, όνομα που με διασκέδαζε πολύ ως παιδί, όταν μας την έλεγε ο πατέρας μου, βρισκόταν πολύ κοντά στη σημερινή λεωφόρο Καλλιρρόης και οφείλει το όνομά της στην παρουσία της ιταλικής οικογένειας Γαργαρέττα, που κατείχε πολλά κτήματα στην περιοχή. Λίγα μέτρα πιο κάτω κυλούσε, ίσως, ακόμα, ο Ιλισός, το μεγαλύτερο «ζωντανό» ποτάμι της προπολεμικής Αθήνας, η κοίτη του οποίου άρχισε να καλύπτεται σταδιακά από το 1939 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Το έργο είχε θεμελιώσει ο Ιωάννης Μεταξάς, λέγοντας τη χαρακτηριστική φράση: «Θάπτομεν τον Ιλισόν».

Τη φωτογραφία μού έστειλε ένας συγγενής μας, άνθρωπος με διάθεση να ψάχνει και να βρίσκει. Περνάει χρόνο, σκαλίζοντας ξεχασμένα οικογενειακά άλμπουμ και ψηφιοποιώντας τις πιο ενδιαφέρουσες λήψεις. Τι κάνει, όμως, μια παλιά φωτογραφία λιγότερο ή περισσότερο «ενδιαφέρουσα»; Πoια στοιχεία τη βοηθούν να κερδίσει τη μάχη με τον χρόνο και μία θέση στον ωκεανό της ψηφιακής αθανασίας;

Συζητώντας το θέμα με καλό μου φίλο, έλεγε ότι αναλογίζεται συχνά τα δεκάδες οικογενειακά άλμπουμ που «ξεκαθαρίζονται» μετά από μετακομίσεις ή θανάτους, δεκάδες οικογενειακά άλμπουμ που πετιούνται μοιραία στους κάδους απορριμμάτων από συγγενείς που δεν νοιάζονται «αρκετά». Συνεχίζοντας τη σκέψη του, αναρωτιέμαι μήπως τα μουσεία και τα φωτογραφικά αρχεία θα έπρεπε να οργανωθούν, έτσι ώστε να είναι σε θέση να υποδέχονται ανώνυμα οικογενειακά άλμπουμ που διαφορετικά είναι καταδικασμένα να καταλήξουν σε κάποια χωματερή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ