ΒΙΒΛΙΟ

Η ζωή ως νομικό - ηθικό θέμα

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΔΑΒΒΕΤΑ

Το σύγχρονο βρετανικό μυθιστόρημα, μιμούμενο τη θεματική του αμερικανικού, έχει εδώ και δύο δεκαετίες στραφεί με ένταση προς τα οξύτατα κοινωνικά προβλήματα και τα ηθικά διλήμματα που γεννά η επιστημονική πρόοδος. Η ευθανασία, η κλωνοποίηση, η εξωσωματική κύηση, οι μεταμοσχεύσεις, επανέρχονται κάθε τόσο στον δημόσιο διάλογο με αφορμή κάποιο αξιανάγνωστο μυθιστόρημα, που προσπαθεί να τα προσεγγίσει δραματουργικά. Ανάλογο κύκλο συζητήσεων φαίνεται πως ανατροφοδοτεί και το πρόσφατο έργο «Νόμος περί τέκνων» του Ιαν Μακ Γιούαν.

Γραμμένο, θα λέγαμε, με δημοσιογραφική επάρκεια ως προς τον έλεγχο του πραγματολογικού υλικού, ο Βρετανός συγγραφέας μπαίνει κατευθείαν στο θέμα του: Ενας ανήλικος μάρτυρας του Ιεχωβά, ονόματι Ανταμ, που πάσχει από λευχαιμία και χρειάζεται επειγόντως αίμα, αρνείται, όπως και οι γονείς του, τη σωτήρια μετάγγιση με την απλή αλλά ξεκάθαρη δήλωση πως αυτό αντίκειται στη θρησκεία του. Το γεγονός όμως πως ο αρνητής είναι δεκαεπτά ετών, δίνει τη νομική ευχέρεια στους θεράποντες ιατρούς να καταφύγουν στη δικαιοσύνη και να απαιτήσουν από το δικαστήριο την έκδοση απόφασης, για τη συνέχιση της θεραπευτικής αγωγής, με μεταγγίσεις αίματος. Το αίτημά τους έχει τον χαρακτήρα του «κατεπείγοντος» γιατί η ζωή του Ανταμ κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή.

Την υπόθεση θα αναλάβει η Φιόνα Μέι, διακεκριμένη νομικός, που εκδικάζει στο Ανώτατο Δικαστήριο παρόμοιες αντιδικίες. Στο πρόσωπό της, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να επιδείξει το εύρος των μυθοπλαστικών του ικανοτήτων, αφού πλάθει μια ηρωίδα με αρκετές ιδιαιτερότητες, που βρίσκεται, άθελά της, στην κορυφή ενός ερωτικού τριγώνου. Ηθελημένα άτεκνη, μονογαμική, και προπάντων ανταγωνιστική, η Φιόνα Μέι, μόλις έχει πετάξει έξω από το σπίτι τον σύζυγό της, καθώς πληροφορήθηκε από το στόμα του ίδιου, τον παράνομο δεσμό του με μια νεότερη γυναίκα. Κι ενώ ο εσωτερικός της κόσμος ραγίζει απότομα, αποκαλύπτοντας το συναισθηματικό της κενό, την ίδια ώρα καλείται να κρίνει τη συνέχιση ή όχι, της θεραπείας ενός νέου, που αρνείται τις μεταγγίσεις για θρησκευτικούς λόγους.

Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι γιατροί που τον παρακολουθούν είναι ιδιαίτερα πειστικοί, όμως για τη Φιόνα Μέι «το ζήτημα δεν είναι ιατρικό. Είναι νομικό και ηθικό». Αποφασίζει λοιπόν να διακόψει τη δίκη και να επισκεφθεί η ίδια τον δεκαεπτάχρονο Ανταμ στην κλινική που νοσηλεύεται.

Η συνάντηση των δύο πρωταγωνιστών στη μονάδα εντατικής θεραπείας, είναι, κατά τη γνώμη μου, από τις καλύτερες του βιβλίου και άψογα «σκηνοθετημένη» από τον Ιαν Μακ Γιούαν. Η δικαστικός ανακαλύπτει ένα πανέμορφο και ταλαντούχο αγόρι που γράφει ποιήματα, ενώ το αγόρι, στο πρόσωπο της φαντασιώνεται την πολύπειρη μητέρα-ερωμένη, που βοηθά στην αισθηματική αγωγή κάθε άτολμου εφήβου. Η απόφαση της Φιόνα να επιτρέψει τελικά στους γιατρούς τις μεταγγίσεις, θα έχει για τον νεαρό Ανταμ ευεργετικά αποτελέσματα, όχι όμως και για την ίδια. Σύντομα θα μπει στο στόχαστρο του νεαρού, που θα αρχίσει να την «πολιορκεί» ερωτικά.

Ο Ανταμ, σκιαγραφείται από τον συγγραφέα, ως χαρισματικό άτομο, με δύο φαινομενικά αντιφατικές επιθυμίες: την επιθυμία να πεθάνει ηρωικά και την επιθυμία να συνεχίσει να ζει, περιβεβλημένος με το κύρος του επικείμενου θανάτου του! Στην πραγματικότητα έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου Βέρθερου, όταν εξομολογείται στη Φιόνα: «Οποτε οι γιατροί προσπαθούσαν να με μεταπείσουν εγώ αισθανόμουν ότι έκανα κάτι το ευγενές και ηρωικό (…) το πιο απολαυστικό ήταν η περιπέτεια που ζούσα, το ότι πέθαινα όμορφα, ότι θα γινόμουν αντικείμενο λατρείας».

Ηρωική ατάκα

Στην τελευταία από τις τρεις επιστολές που απευθύνει στην ερωτεύσιμη δικαστικό, ουσιαστικά προαναγγέλλει την αυτοκτονία του, γιατί έτσι πιστεύει ότι γίνεται πιο δυνατός απ’ όλους. Θα έχει λοιπόν αυτός την τελευταία αναντίλεκτη λέξη, την τελευταία ηρωική ατάκα στο ηθικοπλαστικό δράμα του, αφού μοιάζει να μας φωνάζει, όπως ο Βέρθερος, «κοιτάξτε με, διαρκώς πεθαίνω», Ναι, αλλά σε ποιο τόπο, σε ποιο χρόνο και για ποια πίστη; Αυτές οι συντεταγμένες παραμένουν άγνωστες, εκτός κι αν επικαλεσθούμε την εμβληματική φράση του Αλ. Παπαδιαμάντη «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης».


Βιοηθική και επιπλοκές του συστήματος

ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΥ


Ο «Νόμος περί τέκνων» δεν είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ιαν Μακ Γιούαν στο οποίο ένα φλέγον ζήτημα ιατρικής ηθικής ή βιοηθικής θέτει σε λειτουργία τους μηχανισμούς της πλοκής ή προκαλεί έναν ήρωα να εμφανίσει τον πραγματικό του χαρακτήρα υπό το καθεστώς πιέσεων. Στο βραβευμένο με Booker «Αμστερνταμ», το επισφαλές συμβόλαιο της πολύχρονης άσπονδης φιλίας ανάμεσα στον Κλάιβ και τον Βέρνον αξιοποιείται ως ενέχυρο για τη νομιμοποίηση μιας συμφωνίας διαφορετικής υφής: σοκαρισμένοι από τα εκφυλιστικά συμπτώματα της νόσου που οδήγησε στον θάνατο την κοινή τους ερωμένη, υπόσχονται να μεταφέρει ο ένας τον άλλον σε κλινική ευθανασίας στο Αμστερνταμ, όταν ο ένας από τους δύο νοσήσει πρώτος.

Ενώ στο «Σάββατο», ο νευροχειρουργός Χένρι Περόουν καλείται να τιμήσει τον όρκο του Ιπποκράτη, αναλαμβάνοντας να χειρουργήσει τον άνθρωπο που προ ολίγου εισέβαλε στο σπίτι του, ταπείνωσε την κόρη του και απείλησε τη ζωή του ιδίου αλλά και των άλλων μελών της οικογένειάς του.

Αντίθετα όμως με τα «Αμστερνταμ» και «Σάββατο», όπου το βιοηθικό ζητούμενο ζυμώνεται μαζί με άλλα επιμέρους προβλήματα, στο «Νόμος περί τέκνων» οι επιπλοκές ενός συγκεκριμένου βιοηθικού και κατ’ επέκταση νομικού διλήμματος καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος από τον διαθέσιμο χώρο στη μνήμη και τον σκληρό του δίσκο.

Εδώ η επιτυχία του συγγραφικού εγχειρήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τελική έκβαση της υπόθεσης του 17χρονου Ανταμ Χένρι, φλογερού μάρτυρα του Ιεχωβά, που πάσχει από λευχαιμία, αρνείται, όμως, τη μετάγγιση αίματος για το απαιτούμενο χειρουργείο, παραμένοντας ακλόνητα πιστός στις επιταγές της θρησκείας του, κι ας είναι ζήτημα ωρών ο θάνατός του.

Η Φιόνα Μέι, η πολύπειρη νομικός που θα προεδρεύσει του δικαστηρίου στο οποίο θα κριθεί το αίτημα των γιατρών για χορήγηση αίματος στον ασθενή, θα κληθεί να αποφασίσει ζυγίζοντας από τη μία τα αλληλοσυνδεόμενα επιχειρήματα του σεβασμού στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ανταμ αλλά και του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση ενός ατόμου που μπορεί για λίγες μέρες να μην έχει κλείσει τα 18, ωστόσο επιδεικνύει σπάνια ωριμότητα και έχει απόλυτη επίγνωση της απόφασής του, κι από την άλλη την αδιαπραγμάτευτη ευθύνη του κράτους να εξασφαλίσει την ευημερία και την προστασία της υγείας των πολιτών του.

Προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την ψυχολογική και νοητική κατάσταση του Ανταμ, η Φιόνα θα τον επισκεφθεί στο νοσοκομείο, ακολουθώντας τα βήματα του Σερ Αλαν Γουόρντ, του δικαστή που έπραξε το ίδιο σε μια ανάλογη υπόθεση, και στις αφηγήσεις του οποίου στηρίχθηκε ο Μακ Γιούαν για να σχεδιάσει και κουρδίσει τον μύθο του.

Η Φιόνα θα δομήσει τη θετική της απόκριση στο αίτημα του νοσοκομείου πάνω στο επιχείρημα της προστασίας του τυπικά ανήλικου Ανταμ από την αρνητική για την ευημερία του απόφαση στην οποία τον έχουν οδηγήσει οι γονείς και η θρησκεία του. Ο Ανταμ θα θεραπευτεί πλήρως, η όψη και το σώμα του θα ανακτήσουν τη ρώμη και το σφρίγος της εφηβείας, ωστόσο η κατάκτηση της ψυχικής ευημερίας θα αποδειχθεί απατηλός σκοπός.

Η συγκλονιστικά απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση

Ο Μακ Γιούαν δεν στηλιτεύει τον νομικό πατερναλισμό, κι ας βρίσκει την ευκαιρία να ξεσκεπάσει ασυγχώρητα ατοπήματα και εγγενείς ατέλειες του νόμου μέσα από τις παρένθετες ιστορίες που αφηγούνται οι φίλοι δικαστές στη Φιόνα. Αλλωστε η απόφασή της φαντάζει η πιο εύλογη, ενώ επίσης κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει ότι δεν επέδειξε τον δέοντα σεβασμό απέναντι στις πεποιθήσεις του ασθενούς.

Ο στόχος του Μακ Γιούαν στο αξιόλογο βιβλίο του, που πάντως δεν διαθέτει το ψυχολογικό βάθος ή το επιστημολογικό διαμέτρημα μιας «Εμμονης αγάπης», είναι να μας επισημάνει πως, όσο κι αν πασχίζουμε να επισκευάσουμε τα κενά του νόμου, θα υπάρχουν πάντα ήρωες σαν τον Ανταμ για να μας υπενθυμίζουν πόσο συγκλονιστικά απρόβλεπτη είναι η ανθρώπινη φύση, ακόμη και για ένα εξελιγμένο νομικό σύστημα που υπηρετείται από ανθρώπους, σαν τη Φιόνα, με τις καλύτερες προθέσεις.

​​Το βιβλίο του Ιαν Μακ Γιούαν κυκλοφορεί σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις εκδόσεις Πατάκη, σελ. 270.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ