ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αντ. Σίμτσικ: «Οι ξένοι θέλουν να έρθουν εδώ...»

ΣΕΛΑΝΑ ΒΡΟΝΤΗ

«Μπορείτε να κρατήσετε ένα μυστικό;» ρωτάει ο Ανταμ Σίμτσικ, καθώς οδηγεί εμένα και μία συνάδελφό μου σε ένα μέρος στο κέντρο της Αθήνας, όπου θα λέγαμε ότι έχει στήσει το «κέντρο επιχειρήσεων» της Ντοκουμέντα ή κάτι σαν ένα workshop για ξένους καλλιτέχνες και φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών. Αν μπορούσε να μας δέσει τα μάτια για να μη δούμε σε ποιο κτίριο μπαίνουμε, είμαι σίγουρη ότι θα το έκανε. «Εδώ ξεκινούν όλα», υπογραμμίζει ο 45χρονος Πολωνός επιμελητής, αναφερόμενος τόσο στο δικό του πρότζεκτ όσο και στον ρόλο που διαδραμάτισε ο συγκεκριμένος χώρος στην ανασυγκρότηση της σύγχρονης Ελλάδας.

Εδώ κι ένα χρόνο ο Ανταμ και οι στενοί συνεργάτες του έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα προκειμένου να διοργανώσουν την Ντοκουμέντα, τη σημαντικότερη διεθνή έκθεση σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, η οποία μοιράζεται για πρώτη φορά στην 60χρονη ιστορία της μεταξύ της γερμανικής πόλης Κάσελ και της ελληνικής πρωτεύουσας. Τα εγκαίνια αναμένονται σε ένα χρόνο, στις 8 Απριλίου 2017.

Ο ίδιος και η 50μελής διεθνής ομάδα του λειτουργούν με απόλυτη μυστικότητα. Δεν πιστεύουν στους τυπικούς κανόνες της επικοινωνίας και των δημόσιων σχέσεων; Θέλουν να διατηρηθεί το στοιχείο της έκπληξης;

«Ως ξένο σώμα, είμαστε εκτεθειμένοι στην κριτική τρεις φορές περισσότερο. Ετσι πρέπει να είμαστε είτε πολύ ευγενικοί ή καθόλου ευγενικοί – ενδιάμεσος δρόμος δεν υπάρχει», παραδέχεται.

Μπορεί ο μέσος Ελληνας να μη γνωρίζει (ακόμη) τον εικαστικό αυτό θεσμό και τη σημασία του, και ίσως και να μην τον ενδιαφέρει κιόλας με τόσα άλλα προβλήματα που τον απασχολούν, όμως ο καλλιτεχνικός κόσμος... πεθαίνει να μάθει «ποιοι καλλιτέχνες θα πάρουν μέρος στη διοργάνωση» και «σε ποια κτίρια θα πραγματοποιηθούν οι εκθέσεις». Ο Ανταμ Σίμτσικ δεν αποκάλυψε λεπτομέρειες για τα venues ούτε ανέφερε ονόματα των συμμετεχόντων («φυσικά και θα πάρουν μέρος Ελληνες», αρκέστηκε μόνο να πει), προσπάθησε όμως να μας μεταφέρει το πνεύμα της διοργάνωσης. Και από ό,τι φαίνεται η πόλη –άνθρωποι και κτίρια– δεν θα είναι τόσο αμέτοχη τελικά.

«Ας μη δούμε την Ντοκουμέντα σαν μια μεγάλη έκθεση με μεγάλους εκθεσιακούς χώρους, αλλά σαν ένα θεατρικό έργο που χωρίζεται σε πράξεις ή μια μουσική σύνθεση, με στιγμές σιωπής και έντασης», περιγράφει ο Ανταμ, προσθέτοντας: «Μια τέτοια “πράξη”, για παράδειγμα, είναι το περιοδικό μας, το South, του οποίου το δεύτερο τεύχος θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο και περιλαμβάνει τη δουλειά πολλών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων και εικαστικών».

Ο Ανταμ Σίμτσικ, προτού αναλάβει τα ηνία της Ντοκουμέντα, ήταν διευθυντής της Kunsthalle Basel από το 2003 έως το 2014. Ως επιμελητής εργάζεται 25 χρόνια, με σημαντικές εκθέσεις στο ενεργητικό του. Σήμερα ζει μαζί με την οικογένειά του στο κέντρο της Αθήνας, αλλά εξακολουθεί να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο. Δίνει την εντύπωση ενός κλειστού, λιγομίλητου και απόμακρου ανθρώπου. Οσοι τον γνωρίζουν καλά, ωστόσο, τον περιγράφουν ως ιδιαίτερα ευαίσθητο. Συνομιλώντας κανείς μαζί του, καταλαβαίνει ότι είναι οξυδερκής και πολύ διαβασμένος. Οχι μόνο έχει μελετήσει την ιστορία της Ελλάδας αλλά ενδιαφέρεται πραγματικά να «μας μάθει» – ο τίτλος εργασίας της διοργάνωσης «Μαθαίνοντας από την Αθήνα» δεν έχει μόνο πολιτική διάσταση: αυτός και η ομάδα του «οργώνουν» την πόλη, περπατώντας την καθημερινά και μιλώντας με ανθρώπους.

Η ιδέα του Ανταμ να διοργανώσει την Ντοκουμέντα 14 στην ελληνική πρωτεύουσα είναι αναμφισβήτητα ευφυής, ρηξικέλευθη και τολμηρή. Ομως, πλέον το εγχείρημά του έχει γίνει εξαιρετικά ριψοκίνδυνο: από το 2013, που κατέθεσε την πρότασή του, η κατάσταση στην Ελλάδα έχει χειροτερέψει. Μετάνιωσε ποτέ γι’ αυτήν του την απόφαση; «Πολλές φορές. Υπάρχουν μέρες που νιώθεις κάποιου είδους ικανοποίηση γιατί τα πράγματα κυλούν όπως θα ήθελες, αλλά τις περισσότερες φορές αναρωτιέσαι “τι στο διάολο γυρεύω εδώ;”.

Η κατάσταση, όμως, είναι περίπλοκη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εδώ απλώς φαίνονται οι άμεσες συνέπειες του πολέμου της Συρίας, οι οποίες περιπλέκονται με τα οικονομικά προβλήματα της χώρας και δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την ελληνική πραγματικότητα. Δεν είχα την ψευδαίσθηση πως η διοργάνωση της Ντοκουμέντα θα ήταν μια σύντομη βόλτα σε ένα όμορφο δάσος. Δεν κάνουμε μεγάλα όνειρα. Προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε σε ρεαλιστικά σχέδια, τα οποία μπορούν να υλοποιηθούν».

Υπάρχουν βέβαια και «ρεαλιστικά» προβλήματα, που αφορούν το καθαρά πρακτικό κομμάτι της διοργάνωσης· και τα οποία τείνουν να γίνουν «σουρεαλιστικά». Για παράδειγμα, το ΕΜΣΤ. Γνωρίζοντας ότι θέλει να χρησιμοποιήσει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ως έναν από τους βασικούς εκθεσιακούς χώρους, έχει σκεφτεί κάποιο Plan B σε περίπτωση που δεν ανοίξει; «Γιατί όλοι με ρωτούν το ίδιο; Ενας από τους λόγους που ζήτησα να συναντηθώ με τον υπουργό Πολιτισμού είναι για να ανοίξει το ΕΜΣΤ το συντομότερο δυνατόν. Γνωρίζω ότι δεν είναι ο Αγιος Βασίλης που μοιράζει δώρα, αλλά επιδίωξα να του εξηγήσω ότι είναι πολύ σημαντικό αυτός ο κρατικός οργανισμός να αποτελέσει μέρος της Ντοκουμέντα».

– Και τι σας είπε, κύριε Σίμτσικ;

– Το υπουργείο Πολιτισμού δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για όλα αυτά που κάνουμε. Είπε ότι θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να ανοίξει το μουσείο.

«Διάχυση» των δράσεων από το κέντρο μέχρι τα προάστια

– Με ποιους άλλους φορείς σκέφτεστε να συνεργαστείτε;

– Με τη Σχολή Καλών Τεχνών έχουμε ήδη μια πολύ καλή συνεργασία. Συνομιλούσαμε και συνομιλούμε με τις δύο κατά σειρά διευθύντριες του ΕΜΣΤ και με το Ωδείο Αθηνών. Καθώς, επίσης, με το Εθνικό Θέατρο, την Ταινιοθήκη και το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Ο κ. Σίμτσικ μάς πληροφορεί ότι το πρόγραμμα της Ντοκουμέντα θα είναι διασκορπισμένο σ’ όλη την πόλη –από το κέντρο μέχρι τα προάστια– και ότι μπορεί να εμπλέξει μέρη απροσδόκητα, όπως το Επιγραφικό Μουσείο στα Εξάρχεια, τον περίπατο του Πικιώνη στον λόφο του Φιλοπάππου, το «στρογγυλό» σχολείο του Τάκη Ζενέτου στο Μπραχάμι, το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι ή την εγκαταλελειμμένη βίλα του Ιόλα στην Αγία Παρασκευή. «Ομως», τονίζει, «τίποτα δεν είναι οριστικό. Δεν έχουμε υπογράψει καμία συμφωνία μέχρι στιγμής». Και προσθέτει: «Θέλουμε να συνεργαστούμε με ιδρύματα, δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα, τα οποία παρουσιάζουν κάποιο πολιτιστικό ενδιαφέρον, φέρουν κάποια ιδεολογική βαρύτητα ή εκπροσωπούν διαφορετικές στιγμές της ελληνικής Ιστορίας. Η έρευνα χώρων περιλαμβάνει μέχρι και ερείπια. Δεν είμαστε ωστόσο εδώ για να πραγματοποιήσουμε κάποιο πρόγραμμα αστικής αναβάθμισης – μας ενδιαφέρει να αναπλάσουμε ιδέες». Και συμπληρώνει: «Φέρνουμε τους καλλιτέχνες σε επαφή με αυτά τα κτίρια ή τα άτομα που εργάζονται σ’ αυτά, ελπίζοντας ότι θα προκύψει κάτι δημιουργικό από αυτή τη διαδικασία. Οι ξένοι καλλιτέχνες νιώθουν μια ευθύνη για τα όσα συμβαίνουν εδώ και ενδιαφέρονται να μάθουν τι είδους δυνάμεις –πολιτιστικές, κοινωνικές, πολιτικές– αναπτύσσονται στην Αθήνα. Οι περισσότεροι, να ξέρετε, προτιμούν να εκθέσουν εδώ...».

Πάντως, όλο αυτό που περιγράφει ο καλλιτεχνικός διευθυντής ακούγεται σαν ένα μεγάλο, αχανές και λίγο χαοτικό πρότζεκτ. Θα προλάβει; «Μα δεν ενορχηστρώνω μία μάχη, πρέπει να ενορχηστρωθεί μόνο του, μαθαίνοντας από τις συνθήκες που το περιβάλλουν. Υπάρχουν διαφορετικοί “συντελεστές” από τον χώρο του πολιτισμού, οι οποίοι θα προσφέρουν τη δική τους χειρονομία».

Να σημειώσουμε εδώ ότι η Ντοκουμέντα είναι εξίσου σημαντική με την Μπιενάλε της Βενετίας. Συντελείται κάθε 5 χρόνια στο Κάσελ, το οποίο μετατρέπεται για 100 μέρες σε εικαστική πρωτεύουσα. Η κωμόπολη της Γερμανίας προσελκύει πάνω ένα εκατομμύριο επισκέπτες. Θα συμβεί κάτι αντίστοιχο εδώ; Θα ενισχυθεί ο τουρισμός της Αθήνας; «Εύχομαι οι επισκέπτες να είναι ντόπιοι – να έρθει κόσμος από την Πάτρα, τη Θεσσαλονίκη και από άλλα μέρη της Ελλάδας. Θα ήθελα περισσότερο οι Ελληνες να ενδιαφερθούν...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ