ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι δείχνουν οι «ελιγμοί» της Τουρκίας

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΙΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ποιοτική και ποσοτική αναβάθμιση των τουρκικών παραβιάσεων των τελευταίων ετών αλλάζει επίπεδο. Πλέον δεν καταγράφεται μόνο μια υπερκινητικότητα προς ένα διευρυμένο πεδίο, αλλά αυτή λαμβάνει χώρα εν τη παρουσία NATO και Frontex. Ακόμη και αν περιπλέκεται η αποστολή τους, η επιμονή των Τούρκων για εξαίρεση μεγάλων περιοχών του Αιγαίου, οι ενστάσεις τους ως προς τα επιχειρησιακά σχέδια, ναι μεν τους εκθέτουν στα μάτια ορισμένων, πλην, όμως, καταδεικνύουν τη μεθοδικότητα με την οποία στηρίζουν τη σταδιακή αλλαγή του status quo, χωρίς, μάλιστα, να τους ασκούνται πιέσεις για αλλαγή στάσης.

Η Τουρκία των αποτυχημένων πολιτικών, που έχουν υπονομεύσει τη θέση της πολυεπίπεδα, απολαμβάνει μια αξιοπρόσεκτη ασυλία από την Ευρώπη, κυρίως εξαιτίας του προσφυγικού. Γιατί λοιπόν να μη θεωρεί ότι, ενόσω εξελίσσεται η προβληματική συμφωνία, στην οποία πολλές ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν εναποθέσει τις ελπίδες ανάσχεσης των ανθρώπινων ροών, της παρέχεται η ευκαιρία να αναδείξει τις αξιώσεις της σε ένα πεδίο με μικρότερες συνθετότητες εν συγκρίσει με άλλα.

Στο Συριακό, η ρωσική επέμβαση την έχει «στραγγαλίσει» διπλωματικά, αφήνοντάς την έκθετη για τη σχέση της με το αυτοαποκαλούμενο «Ισλαμικό Κράτος» και αποκόπτοντας την πρόσβαση στις φίλα προσκείμενες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, ενώ η «κατανόηση» των Αμερικανών έχει επιτρέψει στους Κούρδους της Συρίας να εγκαθιδρύσουν μια διευρυμένη ζώνη ελέγχου κατά μήκος της συροτουρκικής μεθορίου. Σε Μαύρη Θάλασσα και Καύκασο, η έντονη παρουσία της Μόσχας δεν επιτρέπει «πειραματισμούς», με το ΝΑΤΟ να μη φαίνεται πρόθυμο (τουλάχιστον συνολικά) να ανοίξει νέα εστία αντιπαράθεσης χάριν της Αγκυρας.

Αρα, το Αιγαίο είναι ο μόνος χώρος όπου μπορεί να ελιχθεί χωρίς ιδιαίτερες και άμεσες συνέπειες, τουναντίον, εκτιμά ότι εφόσον οι διεκδικήσεις της δεν αμφισβητούνται από ΝΑΤΟ και Frontex, αποκτούν έμμεσα επικυρωτικό χαρακτήρα.

Τα φάλτσα του Μεγάρου Μαξίμου (αχρείαστη, συμβολικά λανθασμένη και χωρίς ουσία η επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Σμύρνη), οι αστοχίες από πλευράς υπουργείου Εθνικής Αμυνας και η αίσθηση αδυναμίας και διπλωματικής απομόνωσης που δίνουμε συμβάλλουν, επίσης, σε κάποιο βαθμό στην τουρκική επιθετικότητα.

Περισσότερο, όμως, η Αγκυρα βασίζεται και ποντάρει στην ατελή συμφωνία με την Ε.Ε. για τον έλεγχο των προσφυγικών-μεταναστευτικών ρευμάτων. Οι απειλές για ακύρωση της συμφωνίας έχουν το ίδιο σημείο αναφοράς με την καλλιέργεια συνθηκών δυνητικής αποσταθεροποίησης στο Αιγαίο, αν δεν γίνουν σεβαστές οι τουρκικές απόψεις. Κοντολογίς, με πυρήνα εκβιαστικές δηλώσεις και μεθόδους, η Τουρκία επιχειρεί να διασφαλίσει ότι οι Ευρωπαίοι θα τηρήσουν τα συμφωνηθέντα (ειδικότερα στο σκέλος της οικονομικής βοήθειας και της κατάργησης του καθεστώτος βίζας), προωθώντας συνάμα και τις διεκδικήσεις της.

Εκτιμώντας, μάλιστα, ότι η εικόνα του απρόβλεπτου δρώντος λειτουργεί υπέρ της, αποπειράται να στείλει ένα μήνυμα τι ενδεχομένως θα συμβεί αν περιθωριοποιηθεί από τους δυτικούς της εταίρους ή καταρρεύσει η παρούσα συμφωνία. Λόγω δε της αμοιβαίας καχυποψίας με τη Δύση και της πάγιας πρακτικής ανάληψης «προληπτικών» πρωτοβουλιών, φοβούμενη πως η παρουσία ΝΑΤΟ και Frontex δύναται να θέσει εν αμφιβόλω τις απαιτήσεις της, πολλαπλασιάζει και κλιμακώνει τις παραβιάσεις προκειμένου να τις επιβεβαιώσει.

Η χώρα μας αποτελεί μέρος ενός οξύμωρου σχήματος, όπου από τη μια συνεργάζεται με την Τουρκία και από την άλλη δέχεται περίπου στωικά τις αναθεωρητικές της κινήσεις. Επίσης, επιθυμεί εύλογα να μη «σπάσει» η συμφωνία Ε.Ε. - Τουρκίας, πιθανολογώντας τι θα ακολουθήσει, ενώ θέλει την επιτυχία της νατοϊκής αποστολής, παρότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προηγούμενο για μελλοντική συγκυριαρχία στο Αιγαίο. Από την άλλη, η δεδομένη στήριξη της Ουάσιγκτον στην Αθήνα λόγω του αυξημένου κινδύνου συνολικής «απόκλισης» της Αγκυρας δεν λειτουργεί προσώρας αποτρεπτικά έναντι της διολίσθησης σε συνθήκες μεγαλύτερης αστάθειας. Αντιθέτως, οι διεργασίες για την ανάπτυξη μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής –με τις ευλογίες των ΗΠΑ– ίσως μας υποχρεώσουν να επαναξιολογήσουμε τις υφιστάμενες συμμαχίες μας στην ευρύτερη περιοχή.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ