ΒΙΒΛΙΟ

Ιων Δραγούμης: Η λογοτεχνική πλευρά του...

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Δεν πειράζει όμως να είμαι εδώ ή αλλού, δεν πειράζει να κάνω τούτο ή εκείνο, δεν πειράζει να κάνω ή να μην κάνω κάτι, είναι τόσο ασήμαντο για τον κόσμο, για τους αιώνες, για τη γη που θα με φάγη. Οσο περισσότερο αισθανθώ, στοχασθώ και νιώσω τόσο το καλλίτερο για μένα». Από τις πρώτες σελίδες τής, κατά τα άλλα, απολύτως προπαγανδιστικής υπέρ των εθνικιστικών ιδεωδών νουβέλας του, ο Ιων Δραγούμης βάζει λόγια ενός προκλητικού σχετικισμού στο στόμα του ήρωά του, του Αλέξη. Και ακόμα: «Αναγκάσθηκα να έρθω εδώ, αν είχα χρήματα να ζήσω χωρίς δουλειά, δε θα ερχόμουν ή θα ήρχουμουν αλλιώς». Μολονότι, λοιπόν, χαρίζει σελίδες επί σελίδων, πότε για να αποθαυμάσει τη φυσική ομορφιά της Μακεδονίας, πότε για να μελετήσει και να αντικρούσει τη βουλγαρική στρατηγική, μας καθιστά, από την άλλη, κοινωνούς ενός εσωτερικού υπαρξιακού δράματος. Σημασία δεν έχει, στην πραγματικότητα, αυτό ή το άλλο ιδανικό• σημασία έχει να φλέγεσαι. Η αγάπη για την πατρίδα είναι πρόσχημα ή, πιο σωστά, μια μορφή ναρκωτικού. Γιατί ο Δραγούμης έχει επείγουσα ανάγκη νοήματος.

Περιδιαβαίνοντας για χάρη του πατριωτικού σκοπού στην οθωμανική Μακεδονία, από το Μοναστήρι και την Πρέσπα μέχρι το Νευροκόπι και το Μελένικο, πέφτει σε βαθιά μελαγχολία. Ο παθιασμένος αγώνας του να συνεγείρει τους ντόπιους υπέρ μιας Μακεδονίας ελληνικής διακόπτεται από ελεύθερες πτώσεις στο εσωτερικό της προσωπικότητάς του.

Σε αντίστοιχο οδοιπορικό στη Σαμοθράκη, όπως το περιγράφει στην ομότιτλη νουβέλα του, γράφει: «Αισθάνομαι όπως αισθάνεται ίσως καμιά φορά η γη, που στριφογυρίζει μέσα στο χάος ξεμοναχιασμένη από τ’ άλλα σώματα, που και αυτά στριφογυρίζουν μέσα στο χάος, χωρίς κανένας δεσμός να τα συνδέει αναμεταξύ τους. Και είμαι τότε ξεριζωμένος από την κοινωνία και γίνομαι πράμα χαμένο στον κόσμο και ανατριχιάζω.»

Θάνατος και νύχτα

Η λαγνεία του θανάτου δεν κρύβεται, όπως δεν κρύβεται και στο έργο της ιδανικής πλατωνικής ερωμένης του, της Π. Σ. Δέλτα – άλλωστε ο «Αλέξης» [Ιων] θυμίζει πολύ τον Αλέξιο Αργυρό του δικού της «Για την πατρίδα». Η συγγραφική γενεαλογία ανάγεται μάλλον σε ένα γερμανικό μείγμα πρώιμου ρομαντισμού και Νίτσε.

Ομως η ψυχική περιπέτεια θυμίζει έντονα τον «Λεντς» του Μπίχνερ, και στον τρόπο και στο ύφος. Τι κι αν «η εποχή του Σταντάλ είχε παρέλθει», όπως εμβληματικά τονίζει κλείνοντας το επίμετρό του ο Ν. Ε. Καραπιδάκης… Οι Λεντς αυτού του κόσμου θα τον διασχίζουν πάντοτε μανιώδεις, ανικανοποίητοι.

Τα ίδια τα τοπία παραπαίουν. Εκεί που πάει να τα οικοδομήσει στέρεα και αδιαμφισβήτητα, εκεί τα υπονομεύει, μαζί με την περιφρόνηση προς τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Η μαυροντυμένη Αγνή, η διανοούμενη γυναίκα με τα μαύρα μάτια, τον γοητεύει αλλά μοιάζει εξαρχής αποφασισμένος να μην την κατακτήσει. Δεν υπάρχει μέσα του βαθιά πίστη, ούτε στο τοπίο ούτε στον άνθρωπο. Ούτε μπορεί να γεφυρώσει τη διάχυτη στο γραπτό του σεξουαλικότητα αλλά και τις μοντέρνες αντιλήψεις του για τη γυναίκα με την πιθανότητα μιας πραγματικής σχέσης, του κόσμου τούτου. Ο θάνατος («Με το θάνατό του νίκησε τη μετριότητα….»• «Ο θάνατός του ανασταίνει τους κοιμισμένους, ταράζει τους μαργωμένους, δυναμώνει τους αδύνατους…») και η νύχτα («Νύχτα καλή. Νύχτα μεγάλη, που χαϊδεύεις βάνοντας βάλσαμο στις πληγές…»• «Νύχτα βαθειά, η μόνη γλυκειά σήμερα….») τον κερδίζουν.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ