ΕΛΛΑΔΑ

Η γενιά των πατεράδων μας και όσα προλαβαίνουμε ακόμα να μάθουμε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Αθήνα 18 Οκτωβρίου 1944, και ο λαός της πρωτεύουσας υποδέχεται την κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Δύο μήνες μετά, όλα θα είναι αλλιώς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οι ζωές των άλλων

Ο ​​πατέρας μου θα γίνει τον Οκτώβριο 89 ετών. Οταν θέλουμε να τον πειράξουμε, τον ρωτάμε πόσων ετών είναι γιατί ξέρουμε ότι πάντα θα κόψει έναν χρόνο. Στα 80 έλεγε 79 (ανθρώπινο), αλλά συνεχίζει απτόητος το ίδιο τροπάριο και τώρα που (θεωρητικά) η διαφορά ανάμεσα στο 88 και στο 89 δεν ακούγεται τόσο δραματικά μεγάλη. Οσοι (ανυποψίαστοι) τον ρωτάνε ποια χρονιά γεννήθηκε δεν λέει ποτέ ξερά «το 1927», αλλά επιμένει να επαναλαμβάνει με κάποια ανεπαίσθητη έμφαση «στο τέλος του 1927». Επί της ουσίας δεν έχει άδικο: μέχρι την παραμονή των γενεθλίων του αυτό που ισχυρίζεται είναι τυπικά και το σωστό.

Ογδόντα οκτώ ή ογδόντα εννιά, όταν σκεφτείς τι έχουν ζήσει αυτοί οι άνθρωποι σού έρχεται ίλιγγος. Και όμως, πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να πιστεύει ότι δεν έχω πια να πω τόσο πολλά με τον πατέρα μου.

Πόσες φορές να πούμε και να ξαναπούμε τις ίδιες οικογενειακές ιστορίες, τα ίδια περιστατικά, τα ίδια αστεία που ακούς από παιδί;

Μέχρι να διαβάσεις ένα βιβλίο για τον Εμφύλιο, για παράδειγμα, να προσπαθείς να φανταστείς την Αθήνα των Δεκεμβριανών, να προσπαθείς να βγάλεις άκρη με την Ιστορία, και μια σκέψη από το πουθενά να σε κάνει να αισθανθείς ο πιο ηλίθιος άνθρωπος στον κόσμο. «Μα ο πατέρας σου έζησε τον Εμφύλιο!»

Ολοι στην οικογένεια ξέραμε ότι ο «μπαμπάς» (ο ήσυχος και πολιτικά μετριοπαθής άνθρωπος που εγώ ήξερα) είχε λάβει μέρος στα Δεκεμβριανά. Με όχι ιδιαίτερα ενεργό τρόπο, λόγω ηλικίας, αλλά συμμετέχοντας σε πραγματικές μάχες. Ηταν ένα γεγονός που σπάνια ερχόταν στην επιφάνεια της οικογενειακής ζωής. Ισως γιατί, αηδιασμένος από τη βαναυσότητα και το μίσος, «αποστρατεύτηκε» πολύ γρήγορα. Ταυτόχρονα, έχω την αίσθηση ότι κάποια στιγμή, πολύ γρήγορα στη ζωή του, αποφάσισε ότι δεν ήθελε να μιλάει για εκείνη την τραυματική περίοδο.

Η προσωρινή, έστω, ένταξή του στον ΕΛΑΣ μού είχε κάνει εντύπωση γιατί δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του κομμουνιστής, ψήφιζε πάντα τα κόμματα του Κέντρου. «Ημασταν στην καρδιά της εφηβείας, μια χούφτα παιδιά της γειτονιάς που έβραζε το αίμα μας και δεν σκεφτόμασταν πολύ για τη ζωή μας. Σίγουρα, δεν είχαμε ιδεολογικές αναφορές, και ο ΕΛΑΣ ήταν μια αυτονόητη επιλογή της εποχής ακόμα και για πολλά παιδιά σαν κι εμένα, που ερχόμασταν από ελάχιστα πολιτικοποιημένες και μάλλον φιλήσυχες οικογένειες».

Η μια ερώτηση έφερε την άλλη και μέσα σε λίγη ώρα η Αθήνα των Δεκεμβριανών που αναζητούσα ήταν μπροστά στα μάτια μου.

Γονείς και παππούδες, οι τελευταίοι μάρτυρες της προπολεμικής Ελλάδας και της Κατοχής, είναι ακόμα εδώ, για όσους τυχερούς τους έχουμε ακόμα δίπλα μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ