ΒΙΒΛΙΟ

Το μίσος, σαν σαράκι

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

ΓΚΙΓΚΟΖΙ ΟΜΠΙΟΜΑ
Οι Ψαράδες
Μτφρ.: Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδ. Μεταίχμιο

Μια ιστορία βίαιης ενηλικίωσης με επίκεντρο τη δραματική αλλαγή στη ζωή μιας μεσοαστικής οικογένειας της δυτικής Νιγηρίας διηγείται ο 30χρονος συγγραφέας Γκιγκόζι Ομπιόμα στους «Ψαράδες» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Υποψήφιο για το βραβείο Booker του 2015, το βιβλίο μεταφέρει τον αναγνώστη στη Νιγηρία του ’90, σε μια δύσκολη πολιτική περίοδο για την αφρικανική χώρα, με τα πραξικοπήματα να διαδέχονται το ένα το άλλο και με τους ήρωές του να ακροβατούν μεταξύ της δυτικής τους παιδείας και των τοπικών δοξασιών που τελικά διαφεντεύουν τη μοίρα τους, θυμίζοντας έντονα και όχι τυχαία μια αρχαία ελληνική τραγωδία.

Αφηγητής της ιστορίας είναι ο Μπέντζαμιν, ο μικρότερος από τα τέσσερα αδέλφια της πολυμελούς οικογένειας που πρωταγωνιστούν στους «Ψαράδες». Ο πατέρας τους, υπάλληλος στην Κεντρική Τράπεζα της Νιγηρίας, θιασώτης της σωματικής τιμωρίας, με το όνειρο της «δυτικής» παιδείας και της καριέρας για τα παιδιά του μετατίθεται σε άλλη πόλη και φεύγει. Η μητέρα τους, μια εργαζόμενη γυναίκα, θεοσεβούμενη αλλά με μια κρυφή πίστη στις παραδόσεις και τις δοξασίες του λαού της, προσπαθεί να μεγαλώσει τα δύο μικρότερα παιδιά και να τιθασεύσει τα μεγαλύτερα. Τα τέσσερα αδέλφια, δεμένα σαν γροθιά, θα γίνουν ψαράδες στον απαγορευμένο ποταμό Ομι-Αλα και εκεί θα αναμετρηθούν με τον ίδιο τους τον εαυτό και την εμπιστοσύνη του ενός στο πρόσωπο του άλλου. Από την περίληψη του οπισθόφυλλου γνωρίζουμε εξαρχής ότι ο «τρελός» της μικρής πόλης θα προφητεύσει ότι ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Ικένε, θα βρει φριχτό θάνατο από τους ψαράδες, δηλαδή τα αδέλφια του. Οπως και στις αρχαίες τραγωδίες δεν έχει σημασία το «τι» θα γίνει, αφού ήταν γνωστό στους θεατές, αλλά το «πώς». Αυτό εξερευνά ο Ομπιόμα και στις 384 σελίδες του βιβλίου του παραθέτει όλα τα γεγονότα που όπλισαν το χέρι του ενός αδελφού εναντίον του άλλου, αλλά και ό,τι ακολούθησε την τραγική αδελφοκτονία.

Το μίσος, στο βιβλίο, είναι σαν το σαράκι. Τρώει τα σωθικά του Ικένε και παράλληλα μεγαλώνει στην ψυχή του δολοφόνου. Μόλις εκείνος τερματίσει τη ζωή του, σαν ιός, κολλάει στα μικρότερα αδέλφια. Αλλωστε, ο Μπέντζαμιν διηγείται τα γεγονότα έχοντας αποφυλακιστεί από ένα έγκλημα εκδίκησης. Το τραγικό πρόσωπο όμως, όπως συνήθως συνέβαινε και στις τραγωδίες, είναι άλλο: «“Τα παιδιά μου θα γίνουν σπουδαίοι άντρες”, έλεγε. […] Για πολλά χρόνια κουβαλούσε τούτο το σάκο με τα όνειρα. Δεν ήξερε ότι αυτό που βαστούσε όλο εκείνον τον καιρό ήταν ένα σακί σκουληκιασμένα όνειρα, από καιρό μαραμένα, που τώρα έχουν γίνει νεκρό βάρος», είναι τα λόγια του Μπέντζαμιν για τον πατέρα του, εν αγνοία του οποίου διαλύθηκε η ζωή του.

Στο πρώτο του μυθιστόρημα ο Ομπιόμα χρησιμοποιεί φράσεις από τη διάλεκτο της φυλής των Ιγκμπο που θυμίζουν στον αναγνώστη πού βρίσκεται. Ωστόσο, επιλέγει να περνάει αρκετό χρόνο σε ορισμένες αναδρομές στο παρελθόν ή περιγραφές τρίτων χαρακτήρων που καθυστερούν την εξέλιξη της υπόθεσης. Με αυτή την υποσημείωση πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ