ΧΑΡΑ ΚΕΦΑΛΙΔΟΥ*

Απάτες, αυταπάτες και η διαφορά οραματιστή από ψεύτη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ιατρικά, η αυταπάτη είναι ψευδής πεποίθηση χωρίς ανάλογο εξωτερικό ερέθισμα, που έρχεται σε αντίφαση με την κεκτημένη γνώση και εμπειρία του ατόμου. Συνήθως απαντάται στις ψυχώσεις, στις οποίες οι ασθενείς δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την αυταπάτη από την πραγματικότητα. Φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά, είναι η διαδικασία ή το γεγονός τού να παραπλανάμε τον εαυτό μας να δεχτεί ως αληθές ή έγκυρο κάτι το οποίο είναι ψευδές ή άκυρο. Αποτελεί τον συνήθη τρόπο με τον οποίο δικαιολογούμε στον εαυτό μας τις ψευδείς πεποιθήσεις μας. Στις σχετικές ψυχολογικές και φιλοσοφικές αναλύσεις τους, οι ειδικοί συνήθως εστιάζουν σε ενδόμυχα κίνητρα και προθέσεις. Θεωρούν την αυταπάτη κάτι κακό, κάτι από το οποίο πρέπει να φυλαγόμαστε.

Ετυμολογικά, είναι λέξη σύνθετη, που περιλαμβάνει την έννοια της απάτης, και ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά τον ίδιο του τον εαυτό, αποδεχόμενος ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα. Στον αντίποδα, απάτη είναι η παραπλάνηση τρίτου, με σκοπό τη δυσανάλογη προσωπική ωφέλεια και αποτελεί ποινικά κολάσιμη πράξη. Στην κεντρική ομιλία του για το ασφαλιστικό, ο πρωθυπουργός, επιδεικνύοντας είτε ασυνήθιστη γενναιότητα και λεβεντιά, είτε ασύλληπτη έλλειψη συναίσθησης των λόγων του, συνομολόγησε την κατ’ εξακολούθηση αυταπάτη του επί δύο, τρία –πόσα άραγε;– χρόνια, σχετικά με τη δεινή κατάσταση της χώρας. Είπε ουσιαστικά ότι δεν ήταν σε θέση, από τις ευρωεκλογές του 2014 μέχρι τουλάχιστον τον Σεπτέμβριο του 2015, να αντιληφθεί αυτό που και ο τελευταίος πολίτης της χώρας είχε ενστικτωδώς καταλάβει.

Αν συνθέσουμε τους επιστημονικούς ορισμούς και τα πραγματικά γεγονότα, προκύπτουν τα εξής: Στην πρόσφατη βαρυσήμαντη ομιλία του, ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι όλο αυτό το διάστημα διατηρούσε μια ψευδή πεποίθηση, η οποία παρουσιαζόταν χωρίς το ανάλογο εξωτερικό ερέθισμα, ενώ ήταν σε προφανή αντίφαση με την κεκτημένη γνώση και εμπειρία του. Κι ακόμη, ότι αυτό το έκανε προκρίνοντας το ατομικό του όφελος (την κατάληψη και διατήρηση με κάθε κόστος της νομής της εξουσίας), την προκατάληψή του (το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα του ιδεολογικού του χώρου), την επιθυμία του (να παραμένει πρωθυπουργός) και την ανασφάλειά του (μήπως αποκαλυφθεί η κρυφή του επιθυμία). Ολοι αυτοί οι παράγοντες συνθέτουν το ισχυρό ατομικό του κίνητρο και επηρεάζουν ασυνείδητα τη θέλησή του να πιστέψει σε κάτι. Η παραδοχή αυτή δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα για κανέναν, πόσο μάλλον για έναν πρωθυπουργό. Υπάρχει όμως κάτι πιο βαρύ: η ταυτόχρονη από τον κ. Τσίπρα παραδοχή ότι, υπό την επήρεια της παρατεταμένης αυταπάτης τους, ο ίδιος και η κυβέρνησή του συνήγειραν έναν ολόκληρο λαό και τον οδήγησαν σε κατάσταση παρατεταμένης συλλογικής ψευδαίσθησης. Για να παραμένουμε ακριβείς με τις λέξεις, η ειδοποιός διαφορά της αυταπάτης από την ψευδαίσθηση είναι ότι η τελευταία περιλαμβάνει την επιπρόσθετη ύπαρξη εξωτερικού ερεθίσματος. Τον ρόλο του εξωτερικού ερεθίσματος στην περίπτωσή μας παίζει η ανεύθυνη στάση και η δράση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Στο φως όλων αυτών των δεδομένων, η ελαφρότητα της εξομολόγησης του κ. Τσίπρα φαντάζει τόσο ασύλληπτη, που αμφιβάλλει κανείς για την ειλικρίνειά της. Οπουδήποτε στον κόσμο, η επίκληση αυταπάτης από έναν πρωθυπουργό θα γινόταν στην ομιλία της παραίτησής του. Στο δικό μας σύμπαν αντιύλης δεν έσταξε ρουθούνι! Ο άνθρωπος το είπε, το παραδέχτηκε και πάει παρακάτω! Θα αλλάξει πορεία; Κανείς δεν ξέρει. Συγγνώμη, πάντως, δεν ζήτησε. Δύο τινά μπορεί να ισχύουν: είτε η κατάσταση αυταπάτης είναι παγιωμένη, είτε δεν επρόκειτο ποτέ για αυταπάτη, αλλά για καθαρή, καραμπινάτη εξαπάτηση!

Ο Νίτσε έλεγε ότι η διαφορά του οραματιστή από τον ψεύτη είναι ότι ο πρώτος λέει ψέματα στον εαυτό του, ενώ ο δεύτερος στους άλλους. Με τη θρασύτατη (ή ειλικρινέστατη, αν νομίζετε) παραδοχή του, ο κ. Τσίπρας προφανώς έσπευσε να καπαρώσει για τον εαυτό του τον ρόλο του οραματιστή. Εχει φαίνεται την αυταπάτη ότι θα γράψει μόνος του και την ιστορία. Σε ό,τι και να απέβλεπε ο πρωθυπουργός, λέγεται ότι οι άνθρωποι έχουμε τη φυσική τάση να πιστεύουμε όσους δεν γνωρίζουμε, αφού δεν μας έχουν εξαπατήσει ποτέ. Και έτσι να είναι, ο κ. Τσίπρας έχει χάσει πλέον και αυτό το «πλεονέκτημα»: Από σήμερα και μετά, κανείς δεν μπορεί πλέον να επικαλείται άγνοια, ούτε βέβαια οι πολίτες. Λαός που συμμετέχει στη συλλογική ψευδαίσθηση ή επιτρέπει την εξαπάτησή του για δεύτερη φορά από τον ίδιο άνθρωπο είναι είτε άφρων, είτε συνεργός στην απάτη. Εφεξής όποιος ενδιαφερθεί να μάθει ποιος φταίει για τα δεινά που θα τον βρουν, αρκεί να κοιταχτεί σ’ έναν καθρέπτη.

*Η κ. Χαρά Κεφαλίδου είναι βουλευτής Δράμας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ