ΕΛΛΑΔΑ

«Διαβάζοντας» από την αρχή τη ζωφόρο

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν οι μαθητές του Γυμνασίου διδάσκονται για τις γιορτές της αρχαίας Αθήνας και τα Μεγάλα Παναθήναια, ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουν είναι πως αυτά εικονίζονται μεγαλοπρεπώς πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα. Αυτό γνωρίζουν οι πάντες άλλωστε· από τους ακαδημαϊκούς μέχρι τους απλούς αρχαιολάτρες, όλοι πηγαίνουν στο Βρετανικό Μουσείο ή σε εκείνο της Ακρόπολης, προκειμένου να θαυμάσουν την τελετουργική πομπή που περιέτρεχε τον ναό, ένα υπέροχο στιγμιότυπο της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου π.Χ. αιώνα. Εκτός κι αν δεν είναι έτσι.

Την παγιωμένη αυτή αντίληψη των σχεδόν δυόμισι αιώνων έρχεται να αμφισβητήσει η Αμερικανή αρχαιολόγος, Τζόαν Κόνελι, συγγραφέας του βιβλίου «Το Αίνιγμα του Παρθενώνα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκη», μέσω του οποίου η ίδια προτείνει μια νέα ανάγνωση της ζωφόρου, υπό το πρίσμα καινούργιων αρχαιολογικών δεδομένων και των συνακόλουθων επιστημονικών παρατηρήσεων.

«Το πρόβλημα με τον Παρθενώνα, όπως και με οποιοδήποτε εμβληματικό έργο τέχνης, είναι πως οι άνθρωποι τείνουν να προβάλλουν τον εαυτό τους πάνω του, προσπαθώντας, κατά κάποιο τρόπο να το φέρουν στα μέτρα τους. Ετσι βλέπουν στον ναό την πολιτική, την αρχιτεκτονική, την ιστορία της τέχνης. Και ξεχνούν το πιο σημαντικό, τη θρησκεία. Οι Αθηναίοι της εποχής ζούσαν σε ένα τρομερά πνευματικό κόσμο, όπου περνούσες πρακτικά όλη σου τη μέρα, προσπαθώντας να τα έχεις καλά με τους θεούς. Οι σημερινοί μελετητές, μερικές φορές θέλουν να φαντάζονται τους αρχαίους όπως είναι οι άνθρωποι στο Μπέρκλεϊ ή στο Κέιμπριτζ: φιλοσόφους ορθολογιστές που διάγουν τον βίο τους τους υψηλά στοχαζόμενοι. Σίγουρα υπήρχαν και τέτοιοι, όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν ήταν ο κανόνας», διευκρινίζει η δρ Κόνελι.

Οχι... με μια σέλφι

Αυτά είναι τα πρώτα πράγματα που μου λέει η δρ Κόνελι, όπως καθόμαστε στο καφέ του ξενοδοχείου της, θέλοντας να με κάνει κοινωνό της σκέψης της, που αφορά όχι τόσο τον Παρθενώνα αλλά τους ανθρώπους, οι οποίοι τον δημιούργησαν. Οι θεοσεβείς αυτοί Αθηναίοι, μου λέει, δεν θα διακοσμούσαν ποτέ το σπουδαιότερο μνημείο τους με μία...σέλφι. Γιατί στην ουσία αυτό θα ήταν η πομπή του 5ου αιώνα, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με τις παγιωμένες εικονογραφικές πρακτικές της αρχαίας Ελλάδας, οι οποίες ήθελαν τους ναούς να κοσμούνται με θέματα από τη μυθολογία. «Μέσα στις δεκαετίες υπήρξαν πολλοί που αμφισβήτησαν την ερμηνεία των Παναθηναίων, ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, δεν είχαν ωστόσο με τι να την αντικαταστήσουν. Τους έλειπε δηλαδή ο κατάλληλος μύθος». Αυτόν τον μύθο (υποστηρίζει ότι) βρήκε η Κόνελι, βοηθούμενη από μια σχετικά σύγχρονη αρχαιολογική ανακάλυψη. Τα σπαράγματα της χαμένης τραγωδίας του Ευριπίδη «Ερεχθέας», τα οποία δημοσιεύτηκαν το 1995 στα αγγλικά, περιγράφουν μια τελετουργική πομπή ανάλογη με εκείνη των Παναθηναίων, η οποία ανακαλεί τον –θεμελιώδη για την αθηναϊκή κοσμογονία– μύθο του βασιλιά Ερεχθέα και της θυσίας της κόρης του, προκειμένου να σωθεί η Αθήνα.

«Το πράγμα ξεκαθαρίζει αν κάποιος κοιτάξει την κεντρική σκηνή της ανατολικής πλευράς, ακριβώς πάνω από την κύρια είσοδο του Παρθενώνα. Αυτό που διαβάζεται ως παράδοση του πέπλου της θεάς –και επομένως ως σκηνή των Παναθηναίων– είναι στην πραγματικότητα η προετοιμασία της θυσίας της νεαρής κόρης του Ερεχθέα. Είναι το νεκρικό της σάβανο αυτό που μεταφέρει η κοπέλα και είναι έτοιμη να το ενδυθεί, πραγματοποιώντας την υπέρτατη θυσία για την πόλη της», επισημαίνει με ένταση, η δρ Κόνελι, η οποία πέρασε σχεδόν δύο δεκαετίες, συλλέγοντας κάθε πιθανό στοιχείο γύρω από τις εικονογραφικές πρακτικές και τις ρίζες των αθηναϊκών μύθων.

«Κάθε γενιά έχει την ευθύνη και την υποχρέωση να τεστάρει τις παλιές παραδοχές υπό το φως των νέων στοιχείων. Καταλαβαίνω ότι κάποιοι μπορεί να είναι επιφυλακτικοί ή και ολότελα αρνητικοί – αυτοί είναι πολλοί λίγοι. Το μόνο που θέλω εγώ είναι να προσκαλέσω τους ανθρώπους να δουν μια παλιά ιστορία υπό νέο πρίσμα. Ούτως ή άλλως, αυτό που κάνω δεν είναι να απορρίψω την ιδέα περί Παναθηναίων. Απλώς ισχυρίζομαι ότι πρόκειται ουσιαστικά για τα πρώτα Παναθήναια, για τον γενεαλογικό μύθο που έγινε η βάση της συλλογικής γιορτής των Αθηναίων, οι οποίοι με αυτό τον τρόπο θέλησαν να τιμήσουν τους θεούς και τους ήρωες που αποτελούσαν τα θεμέλια της πόλης τους», σημειώνει η ίδια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ