ΕΛΛΑΔΑ

Ενας Ελληνας στην Αντίς Αμπέμπα του 1996

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Νεαροί πωλητές μπανάνας μπροστά από ένα κλειστό κατάστημα σε συνοικία της Αντίς Αμπέμπα. Η φωτογραφία είναι του 2005.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οι ζωές των άλλων

Π​​ρέπει να ήμουν στη Δ΄ Δημοτικού όταν ένα ζευγάρι οικογενειακών φίλων μάς ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε διακοπές στο Χαρτούμ, την πρωτεύουσα του Σουδάν. Εντελώς συμπτωματικά εκείνη τη χρονιά (αρχές δεκαετίας του ‘80) ανακάλυπτα το μάθημα της Γεωγραφίας και, συνεπαρμένος από τη νεοαποκτημένη γνώση απίθανων πόλεων με απίθανες ονομασίες, αντιμετώπισα την εκκεντρική επιλογή των φίλων των γονιών μου με δέος και σεβασμό. Πολύ αργότερα έμαθα ότι θα πήγαιναν στο Χαρτούμ όχι τόσο από εξερευνητική διάθεση αλλά ύστερα από πρόσκληση Ελληνα φίλου τους που θα εργαζόταν για ένα μικρό διάστημα στο Σουδάν, επομένως «θα ήταν ευκαιρία». Και ήταν.

Αυτή η μακρινή, απωθημένη ανάμνηση ήρθε στην επιφάνεια όταν έπεσε στα χέρια μου η μικροσκοπική έκδοση του κ. Γιάννη Κατσίκη «Ενα εικοσιτετράωρο στην Αντίς Αμπέμπα» (ΑΩ Εκδόσεις).

Ο κ. Γιάννης Κατσίκης βρέθηκε στην Αντίς Αμπέμπα πριν από 20 ακριβώς χρόνια, αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, και το κείμενο γράφτηκε δύο χρόνια μετά την επίσκεψη. «Το αεροδρόμιο είναι παλιό, φτωχικό. Μια μεγάλη σάλα “αρχαία”, καθαρή ωστόσο, με γκριζοπράσινους γδαρμένους τοίχους και πολλούς ξεβαμμένους ξύλινους πάγκους στη σειρά –μαθητικά θρανία μοιάζουν– αποτελεί την αίθουσα αναμονής.

Στο βάθος ένα μικρό μπαρ με ψυγεία της δεκαετίας του πενήντα και στις αντικρινές γωνίες δύο καταστήματα αφορολόγητων ειδών, ισοδύναμα με μαγαζάκια της γειτονιάς».

Αυτή είναι η πρώτη γεύση του συγγραφέα από την «εξωτική» αφρικανική πρωτεύουσα. «Είμαστε τυχεροί. Η πόλη είναι παντελώς άγνωστη. Δεν είχαμε κανένα ξενοδοχείο υπόψη κι αφήσαμε την συνοδό εδάφους της Εθιόπιαν να διαλέξει εκείνη. Ετσι δεν πηγαίνουμε ούτε στο Χίλτον ούτε σε κανένα άλλο απομονωμένο πολυτελές συγκρότημα, μα σ’ ένα σχετικά μικρό εξαώροφο κτίριο στην καρδιά της Αντίς Αμπέμπα». Και αμέσως μετά, οι πρώτες σκηνές από τον δρόμο, την πραγματική ζωή. «Πιο πέρα στέκεται άλλο ένα σμάρι ζητιάνων. Κάποιοι παίρνουν θάρρος και πλησιάζουν. Είναι αρκετοί για να μας προκαλέσουν άγχος. Δεν είναι ευχάριστη εμπειρία το ταυτόχρονο άγγιγμα δέκα τουλάχιστον τεντωμένων χεριών, που ζητούν ελεημοσύνη». Δεν υπάρχουν μόνο εικόνες δυστυχίας στο βιβλίο. Ο ίδιος ο συγγραφέας «απολογείται» εμμέσως κάνοντας αναφορά στην πολύ σύντομη και εκ των πραγμάτων «επιφανειακή» επαφή με την πόλη. Επιπλέον, το 1996 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για τη χώρα με χιλιάδες εξαθλιωμένους πρόσφυγες από την ύπαιθρο να πλημμυρίζουν τη χώρα. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε, ευτυχώς προς το καλύτερο. Ομως η αμεσότητα του κειμένου κερδίζει και τον αναγνώστη και την απόσταση του χρόνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ