ΒΙΒΛΙΟ

Βαθιά στον τάφο του πολέμου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Θεσσαλονίκη 1916: Στην έναρξη του εθνικού διχασμού. Ο στρατός της Εθνικής Αμύνης παρελαύνει στην πόλη. Οι δυνάμεις αυτές συντάχθηκαν με τις συμμαχικές στο Μακεδονικό Μέτωπο ήδη πριν από την επίσημη είσοδο της χώρας στον πόλεμο, τον Ιούνιο του 1917.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ
Η Ζωή εν τάφω
Α΄ και Β΄ έκδοση (1924 και 1930)
πρόλ.-επιμ.: Ν. Λυκούργος
εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016

Η φτώχεια και ο πόλεμος: να πώς θα μπορούσε να συνοψιστεί η ζωή των απλών ανθρώπων στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, ιδίως στις ταπεινότερες «επαρχίες» της. Ηταν η ζωή τής καθημερινής βιοτής αλλά και η ζωή της διαρκούς αλλαγής των συνόρων, των κατακτητών και επικυρίαρχων, εντέλει των συχνών ανατροπών υπό την απειλή των όπλων και των καταστροφών. Κι ωστόσο, οι τοπικές κοινωνίες είτε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είτε ακόμη και του μικρού βασιλείου της Ελλάδας βίωναν μια μάλλον ειρηνική περίοδο, χωρίς μεγάλες ανατροπές, ανάλογα πάντα με την περιοχή του αχανούς αυτού γεωγραφικού χώρου.

Ειδικά, μάλιστα, για το ελληνικό κράτος, τα πράγματα, μέχρι τα τέλη του αιώνα αυτού, ήταν απαράλλακτα. Το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας ήταν ακόμη πρόωρο για να πραγματωθεί και σίγουρα όχι με στρατιωτικούς όρους, μόνο ίσως ό,τι θα ελεούσαν να παραχωρήσουν οι προστάτιδες δυνάμεις. Οπως είχε δείξει και το φιάσκο του πολέμου του 1897, ούτε ο στρατός είχε ακόμη τις αντικειμενικές δυνατότητες επιτυχούς αντιπαράθεσης στο πεδίο της μάχης, ούτε και το κράτος και το πολιτικό σύστημα ήταν ακόμη ώριμα να υποστηρίξουν τέτοια απαιτητικά εγχειρήματα. Αλλά και η ίδια η ελληνική κοινωνία, παρότι φαινομενικά συμμεριζόταν την υπερπαραγωγή εθνικιστικού λόγου από τις εγχώριες ελίτ, στην πράξη η λιποταξία δεν ήταν αμελητέο φαινόμενο για ανθρώπους που δεν είχαν ακόμη εξοικειωθεί με τις υποχρεώσεις του κληρωτού σε ένα εθνικό κράτος. Το ελληνικό κράτος πάλευε ακόμη να φτιάξει τόσο πολίτες όσο και στρατιώτες.

Η εμπλοκή της χώρας στους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 με τις τεράστιες επιτυχίες που τους συνόδευσαν, θα άλλαζαν ριζικά τη σχέση της κοινωνίας με τον στρατό, αφού αυτός θα θεωρούνταν πλέον ο ελευθερωτής των «αλύτρωτων αδελφών» και ο πολιορκητικός κριός της «Μεγάλης Ελλάδας». Κι όμως, οι «εθνεγερσίες» είναι πάντα για λίγο, οι κοινωνίες κουράζονται όταν βγαίνουν επί μακρόν από τις κανονικότητές τους. Ο προπάππους τού γράφοντος, για παράδειγμα, ήταν επί μια ολόκληρη δεκαετία σε επιστράτευση κι αυτός ήταν περίπου ο κανόνας για τους περισσότερους. Κι έτσι, δεν είναι περίεργο που οι ψηφοφόροι θα φθάσουν να πουν κάποια στιγμή (1920) «οίκαδε», ακόμη και σε μια ηγετική φυσιογνωμία όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, παρόλο που πέτυχε να υλοποιήσει το μεγάλο όνειρο τεσσάρων γενεών Ελλήνων πριν από αυτόν. Πόσω μάλλον, όταν αυτό που θα ακολουθούσε το 1922 θα ήταν ένας εφιάλτης.

Η εκδοτική περιπέτεια

Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου είναι γραμμένο ένα από τα πιο «ευρωπαϊκά» μυθιστορήματα της σύγχρονης πεζογραφίας μας, «Η Ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη (1892-1969). Και είναι ένα πλαίσιο που το προσδιορίζει αποφασιστικά. Ο ίδιος ο Μυτιληνιός συγγραφέας άλλωστε θα επιστρατευτεί σε όλους τους μεγάλους πολέμους της περιόδου. Θα γνωρίζει δηλαδή βιωματικά περί τίνος θα μιλάει. Μυθιστορηματικά, πρόκειται για τις ιστορίες του εθελοντή λοχία (και φοιτητή) Αντώνη Κωστούλα από τα χαρακώματα και τα πεδία των μαχών, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο υποτιθέμενο ημερολόγιό του, που βρέθηκε μετά τον εντελώς άδοξο θάνατό του στη μάχη του Σκρα, το 1918, στο μακεδονικό μέτωπο.

Το κείμενο θα γνωρίσει δύο εκδοχές. Αρχικά, θα δημοσιευθεί σε συνέχειες σε τοπική εφημερίδα της Μυτιλήνης (την οποία ο Μυριβήλης θα εκδίδει για εφέδρους). Κι εν συνεχεία, θα εκδοθεί το 1924 σε μια πρώτη φθηνή τοπική έκδοση, γνωρίζοντας αμέσως την αναγνώριση. Θα ακολουθήσει, το 1930, μια εμπλουτισμένη έκδοσή του στην Αθήνα, που θα του δώσει την ολοκληρωμένη μορφή που ξέρουμε οι νεότεροι. Την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή εκδοτική ιστορία, την εξιστορεί με γραμματολογική επάρκεια η Νίκη Λυκούργου στο εκτενές επίμετρο της επανέκδοσης του έργου από το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», η οποία έχει την πρωτοτυπία να περιλαμβάνει και τις δύο εκδοχές τού μυθιστορήματος που έγιναν με διαφορά έξι χρόνων. Οπως επίσης περιλαμβάνει χρήσιμη τεκμηρίωση και για τη μεταφραστική περιπέτεια του έργου σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (τη γαλλική, την αλβανική αλλά και τη χαμένη αγγλική μετάφρασή του).

Ευρωπαϊκό μυθιστόρημα

Είπαμε για την «ευρωπαϊκότητά» του. Πράγματι, το σαφές αντιπολεμικό του πνεύμα φαίνεται να συνδιαλέγεται με την αντιμιλιταριστική λογοτεχνία που είναι εκείνη τη στιγμή σε έξαρση στην υπόλοιπη Ευρώπη μετά το σοκ του Μεγάλου Πολέμου. Για τον Μυριβήλη, ωστόσο, το εγχείρημα αυτό δεν είναι προϊόν κάποιας εγχώριας μόδας. Δεν υπάρχει ένα τέτοιο είδος στα ελληνικά γράμματα και παρότι βεβαίως το βιβλίο εκδίδεται λίγο μετά τη μικρασιατική καταστροφή, κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την υποδοχή τού αναγνωστικού κοινού. Η εκατόμβη των νεκρών από τον Μεγάλο Πόλεμο και όλα αυτά για λίγα μέτρα γης που χώριζαν το ένα χαράκωμα από το αντίπαλο, προξένησε βαθύ κλονισμό στους ευρωπαϊκούς λαούς. Αλλά η ελληνική εμπειρία ήταν άλλη, αφού οι δικοί της πόλεμοι είχαν διπλασιάσει την επικράτεια, είχαν κάνει τη χώρα για πρώτη φορά τόσο ισχυρή και είχαν ολοκληρώσει τους προαιώνιους πόθους της. Ποιος μπορούσε να αμφισβητήσει την αξία τους; Κι όμως ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, με τους γήινους χαρακτήρες, με τον λυρισμό και τη μελαγχολία του για μια ολόκληρη εποχή που έφθανε στο τέλος της, με την αυτοτέλεια των ιστοριών του, συγκλόνισαν το κοινό και λύγισαν τις αντιστάσεις ακόμη και της πιο επιφυλακτικής κριτικής. Και υπό αυτή την έννοια, ο Μυριβήλης θα αποδεικνυόταν άλλος ένας σημαίνων εκπρόσωπος μιας γενιάς που ήταν η πρώτη που επικοινώνησε με όρους ισότιμους με τα γράμματα και τις ιδέες του ευρωπαϊκού κέντρου, εκείνη την τόσο συναρπαστική μα και αντιφατική εποχή του 20ού αιώνα.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ