ΒΙΒΛΙΟ

Ο ευφάνταστος Εντσενσμπέργκερ

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ
Αναβρασμός
μτφρ.: Σπύρος Μοσκόβου
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Τ​​ο 1963 η Ενωση Σοβιετικών Συγγραφέων τον θεωρεί «προοδευτικό αστό συγγραφέα», γι’ αυτό τον προσκαλεί στο Σότσι, στην απροσπέλαστη ντάτσα του Χρουστσόφ σε μια προσωπική συνάντηση με τον Ρώσο αρχηγέτη. Το 1971, το κουβανέζικο καθεστώς τον χαρακτηρίζει ανεπιθύμητο «ως μπουρζουά διανοούμενο, άνθρωπο της CIA και πράκτορα του ιμπεριαλισμού». Στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν ο Γερμανός αριστερός διανοούμενος –ποιητής, δοκιμιογράφος, εκδότης και μεταφραστής– από τη Νυρεμβέργη ήταν παρών στα περισσότερα από τα μεγάλα πειράματα ανατροπής της «διεφθαρμένης αστικής δημοκρατίας».

Ταξιδεύει στην απέραντη Σοβιετική Ενωση, φθάνοντας μέχρι το μακρινό σιβηρικό Ιρκούτσκ, πηγαίνει στο Παρίσι, στην Αβάνα, στη Ρώμη, στην Πνομ-Πεχν, στην Κολομβία, στο Οσλο, στην Πράγα. Και συναναστρέφεται συγγραφείς, πολιτικούς, αντιφρονούντες, οραματιστές, ανθρώπους της δράσης: Μαρκούζε, Νερούδα, κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο, Χομπσμπάουμ, Λίλια Μπρικ, Αλιέντε, πρίγκιψ Σιχανούκ, Ινγκεμποργκ Μπάχμαν, Φελτρινέλι, Ουρλίκε Μάινχοφ, Αντρέας Μπάαντερ, Ρούντι Ντούτσκε.

Αναβρασμός, ελπίδα, περιπλάνηση, συνέδρια, δεξιώσεις, φλογεροί έρωτες, ποίηση και μεγαλόπνοα πολιτικά πλάνα. Τι απέγιναν, όμως, τα υψηλά οραματικά σχέδια της ηρωικής δεκαετίας του ’60; Πού εξαφανίστηκαν η παλαιά προσδοκία και η ανεξάντλητη επαναστατική ευφορία; Πώς τα πολιτικά ιδανικά συρρικνώθηκαν μέσα σε δέκα χρόνια; Εναντίον των βαθυστόχαστων ολιστικών αναλύσεων, ο αντισυμβατικός, αντισυστημικός, ευφάνταστος Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ επιβεβαιώνει τη μοναδική του ικανότητα για οξυδερκή παρατήρηση χωρίς την προβολή κατεδαφιστικού κριτικού πνεύματος, επαληθεύει τη δυνατότητα κατανόησης χωρίς ειρωνεία ή σαρκασμό αλλά με καλοπροαίρετο ήπιο χιούμορ. (Ανεπανάληπτες είναι οι περιγραφές του πολέμιου της προσωπολατρίας άχρωμου Χρουστσόφ, της επεισοδιακής χήρας του Μαγιακόφσκι Λίλια Μπρικ ή του ακαταλόγιστου Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος λιποθυμά όταν του ανακοινώνεται πως αντί για αυτόν η Σουηδική Ακαδημία προτίμησε τον Μιγκέλ Ανχελ Αστούριας).

Παρότι, λοιπόν, αρχικά ο Εντσενσμπέργκερ αγνοεί επιδεικτικά την απαίσια κληρονομιά των σταλινικών εκκαθαρίσεων αλλά και την απειλητική σκιά που ορθώνει το Τείχος του Βερολίνου, καθώς παρακολουθεί τον ισοπεδωτικό λόγο των κομμουνιστών αρχηγών μαζί με τους δουλοπρεπείς κόλακες που τους περιστοιχίζουν και καθώς βιώνει την αθλιότητα μιας καθημερινότητας ρυθμισμένης από ανέμπνευστους αυταρχικούς γραφειοκράτες, το χαϊδεμένο παιδί της διεθνούς επαναστατικής νομενκλατούρας αλλάζει. Γύρω στα σαράντα του παύει να είναι πια ο αμετανόητος ταραξίας της εξωκοινοβουλευτικής ευρωπαϊκής αντιπολίτευσης και αρχίζει, καθώς φαίνεται, να ανακαλύπτει μερικά απ’ τα αγαθά της Δύσης, που έχει στο μεταξύ και αυτή, κατά τη γνώμη του, αλλάξει.

Ακμαίος και ακατάβλητος σήμερα στα ογδόντα πέντε του, ο Εντσενσμπέργκερ κάνει έναν απολογισμό της μακρινής εκείνης εποχής και ενός κόσμου που κάποτε ενέπνευσε και ύστερα εξέπνευσε. Και απευθυνόμενος εις εαυτόν θέτει ερωτήματα για την παραζάλη που κυριάρχησε στη δεκαετία της κρίσης του Κόλπου των Χοίρων και των χίπις, του πολέμου του Βιετνάμ και της σκανδιναβικής σοσιαλδημοκρατίας, του παρισινού Μάη και της Ανοιξης της Πράγας, της ένοπλης Φράξιας Κόκκινος Στρατός και της κινεζικής Πολιτιστικής Επανάστασης, και βεβαίως των απαρχών της ύφεσης. Ηταν «ένα ταξίδι χωρίς νόημα, κουραστικό αλλά όμορφο», εκτιμά, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την αντιαμερικανική του εμμονή, όταν στον πλανήτη εκτός από τον πόλεμο του Βιετνάμ συνέβαιναν μύρια όσα κακά και όταν οι διάφορες επαναστάσεις αποτύγχαναν παταγωδώς να εκμεταλλευτούν το αδιαμφισβήτητο ηθικό τους πλεονέκτημα απέναντι στους αθεράπευτα «βλάκες του καταναλωτισμού» της Δύσης.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ