ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο νόστος της χαμένης παιδικής ηλικίας

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Αγαπώ πολύ τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, που γνωρίζω καλά. Το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» του Καβάφη είναι ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα, λέει ο Χιλιανός συγγραφέας και θεωρητικός της λογοτεχνίας Αλεχάντρο Ζάμπρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μια φορά χάθηκα, θα ήμουν πέντε ή έξι χρόνων», γράφει ο Χιλιανός λογοτέχνης, ποιητής και θεωρητικός της λογοτεχνίας Αλεχάντρο Ζάμπρα (Alejandro Zambra) στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Iκαρος, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. Ο Ζάμπρα, ο οποίος είναι γνωστός στα ελληνικά γράμματα από το πρώτο του βιβλίο «Μπονσάι» (εκδ. Πατάκης), με αυτό το συγκινητικό άμεσο, πρωτοπρόσωπο μυθιστόρημα κατορθώνει να παρασύρει τον αναγνώστη σε δύο επίπεδα αφήγησης: το πρώτο περιγράφει τη δυσκολία του ήρωα να γίνει πρωταγωνιστής στη ζωή του· το δεύτερο υπογραμμίζει υπόγεια τη θλίψη που νιώθει ο άνθρωπος όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι τελικά χάθηκε για πάντα.

– Στο τελευταίο σας βιβλίο ένας σεισμός, πραγματικός και συμβολικός, ταρακουνά τη μνήμη του ήρωα. Ποιοι είναι οι εσωτερικοί και συναισθηματικοί «σεισμοί» που χρειάζεται ένας ενήλικος προκειμένου «να επιστρέψει σπίτι»;

– Μεγαλώσαμε με την ιδέα του σεισμού. Η γιαγιά μου μας αφηγούνταν για να αποκοιμηθούμε ιστορίες από τους ανθρώπους που πέθαναν στον μεγάλο σεισμό του 1939. Oταν το 1985 ξανασυνέβη, σκέφτηκα «αυτό λοιπόν είναι ο σεισμός». Eχω την αίσθηση πως οι σεισμοί στιγματίζουν την ευαισθησία σου με πολλούς τρόπους. Eρχεσαι σε επαφή με το αίσθημα ότι όλα μπορούν αίφνης να καταστραφούν· αυτό κάνει τη διαφορά στη ζωή σου. Και σου δημιουργεί το αίσθημα της ευθραυστότητας. Eκτοτε δεν μπορώ να φανταστώ τον κόσμο σαν άφθαρτο.

– Πώς ήταν η παιδική σας ηλικία; Είναι αυτοβιογραφικό το βιβλίο;

– Νομίζω ότι όλα τα βιβλία είναι αυτοβιογραφικά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν έχει όμως και τόση σημασία εάν αυτά συνέβησαν σε μένα, παρ’ όλα αυτά. Το «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι» είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψα στο πρώτο πρόσωπο. Είχα την ανάγκη να ανακαλύψω τι ακριβώς είναι αυτό το «εγώ», περί τίνος πρόκειται, τελικά όμως είναι ένα «εμείς» πιο πολύ από ό,τι ένα «εγώ». Ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε με την προσπάθεια να κατανοήσει τη διαφορά ανάμεσα στο να ζει στη σιωπή ή να της επιβάλλουν τη σιωπή. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό το μυθιστόρημα αντιπροσωπεύει ολόκληρη τη γενιά, δεν θα το έλεγα ποτέ, παρ’ όλα αυτά ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο είναι η νομιμότητα της μνήμης. Ποιον εκπροσωπείς όταν προσπαθείς να δημιουργήσεις τη δική σου εκδοχή του παρελθόντος. Στο όνομα ποιων μιλάς, ακόμα και όταν μιλάς μόνο για σένα. Δεν είμαι σίγουρος εάν έζησα μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, αλλά στα σίγουρα δεν ήμουν δυστυχής. Και μεγάλωνα κατά τη διάρκεια των πιο απαίσιων χρόνων της εθνικής ιστορίας μας. Ενώ εγώ ήμουν περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερος, εκατοντάδες συμπατριώτες μου δολοφονούνταν, βασανίζονταν και η Χιλή παραδόθηκε στην πιο άγρια μορφή καπιταλισμού. Αυτή η συνειδητοποίηση, η οποία ήρθε στην εφηβεία μου, άλλαξε το σχήμα των αναμνήσεών μου. Mε άλλα λόγια, ξαφνικά όλες μου οι αναμνήσεις έγιναν πικρές. Και μόνο το γεγονός της μνήμης έγινε πικρό.

Η ένταση της ποίησης

– Είστε επίσης ποιητής και καθηγητής. Η γιαγιά σας «σκάρωνε» στιχάκια. Eχετε όμως γράψει ότι νιώθετε άβολα για την ποιητική φύση σας.

– Αγαπώ τις λέξεις από μικρό παιδί. Αγαπούσα την αφήγηση επίσης, αλλά νομίζω ότι ανακάλυπτα σιγά σιγά ιστορίες που ήθελα να αφηγηθώ. Δεν είμαι ο τύπος τού «θα σας πω μια ιστορία». Δεν πιστεύω άλλωστε στις θεματικές. Με αυτή την έννοια προχωρούσα σαν ποιητής. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος για το εάν υπάρχουν όρια ανάμεσα στην πεζογραφία και στην ποίηση και ποια είναι αυτά.

– Γιατί θεωρείτε την ποίηση πιο σημαντική από τη μυθοπλασία;

– Αυτό είναι καθαρά θέμα έντασης. Η ποίηση με αφορούσε περισσότερο ως αναγνώστη, βεβαίως. Και όταν ήμουν είκοσι χρόνων, το να γράφω μυθιστορήματα φάνταζε βαρετό... πολλές ώρες μπροστά στον υπολογιστή...

– Είπατε κάποτε ότι ψάχνετε πάντοτε για εκείνη τη στιγμή που δεν θα είστε σίγουρος γι’ αυτό που κάνετε...

– Πιστεύω ακράδαντα σε αυτό. Δεν αντιμετωπίζω τη γραφή σαν μια υπόθεση που εγώ θα πω κάτι που ήδη ξέρει ο άλλος. Οταν γράφεις μπορεί να διαθέτεις μερικές ιδέες, αλλά όσο προχωράει το γράψιμο, χάνεις τον έλεγχο. Μου αρέσει η στιγμή που πιάνω τον εαυτό μου να μην ξέρει τι κάνει, αλλά από την άλλη ξέρω ότι κάτι κάνω. Ξεκινώ με μια εικόνα και προσπαθώ να την προχωρήσω σαν ένα μικρό γλυπτό. Υπάρχει ήδη κάτι εκεί, και το δουλεύεις μέχρι να το ανακαλύψεις.

– Βρίσκετε δυσκολία στο να γράψετε ή να τελειώσετε ένα βιβλίο; Εχετε πει ότι τα βιβλία γεννιούνται μόλις σε ξεπεράσουν.

– Δεν θα το ονόμαζα μόνο δυσκολία. Υπάρχουν βέβαια και πολλές ευχάριστες, καλές στιγμές επίσης. Ακόμη και όταν γράφεις για επώδυνα πράγματα, βιώνεις την αίσθηση της πληρότητας ή την ψευδαίσθησή της. Δεν είναι πάντα ευχάριστο με συνειδητό τρόπο. Είναι δύσκολο για μένα να αποδεχτώ ότι τέλειωσε ένα βιβλίο. Ο Ισπανός εκδότης μου, Jorge Herralde, με κοροϊδεύει, γιατί είμαι πολύ καλός στις αλλαγές της τελευταίας στιγμής. Αλλά μόλις το βιβλίο εκδοθεί, το ξεχνώ και πάω παρακάτω.

Η Χιλή του Πινοσέτ

– Μεγαλώσατε τον καιρό της δικτατορίας της Χιλής. Περιγράφετε το αίσθημα του δευτερεύοντος ρόλου στη σκηνή της ίδιας της ζωής σας. Πώς είναι η ζωή σας σήμερα;


– Μας πήρε πολύ καιρό να νιώσουμε πρωταγωνιστές της ζωής μας. Μεγαλώσαμε με γονείς που διεκδικούσαν ολοσχερώς την εμπειρία και τη νομιμότητα της Ιστορίας. Αυτό είναι δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Αλλά τώρα είμαστε εμείς οι γονείς. Και με ενδιαφέρει η μετάβαση. Αυτό ακριβώς πραγματεύονται το μυθιστόρημα «The private lives of trees» και η ποιητική συλλογή «Facsimile/Multiple Choice». Επιμένω στην εναλλαγή, στη μετακύλιση από τον ενικό στον πληθυντικό. Ολα εκεί βρίσκονται σε αυτή την ταλάντευση.

– Γράφετε για τη μνήμη. Τη μνήμη της γενιάς σας. Ποιο είναι το ειδικό ψυχολογικό και πολιτικό πλαίσιο αυτής της γενιάς;

– Αυτές είναι οι ερωτήσεις που κάνω στον εαυτό μου, και μπορώ να τις απαντήσω μόνο με το να γράψω ένα μυθιστόρημα! Θεωρώ ότι το «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι» είναι ένα μυθιστόρημα για τη διαχείριση του παρελθόντος, ποικιλοτρόπως. Δεν είναι μόνο το ζήτημα να «σκοτώσεις τον πατέρα». Κυρίως αφορά στο ότι δεν είσαι πια 20 χρόνων και έχεις «σκοτώσει» και τον πατέρα πολλά χρόνια πριν και ανακαλύπτεις ότι θέλεις να τον αναστήσεις και αυτό δεν είναι εφικτό. Θέλεις να γυρίσεις σπίτι σου και δεν ξέρεις πού είναι το σπίτι σου.

– Κάθε μυθιστόρημα είναι ένα γράμμα στον κόσμο. Τι είδους γράμμα στείλατε;

– Δεν έχω ιδέα... Να κατορθώσεις να μεταφραστείς είναι κάτι που με συναρπάζει. Νιώθω πάντως ότι έστειλα ένα γράμμα. Το να γράφει κάποιος είναι η ικανότητα να μοιράζεσαι και να χάνεις. Αγαπώ το ποίημα της Εμιλι Ντίκινσον: «Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο, που ποτέ δεν μου έγραψε...» αλλά τελικά εγώ δεν μπορώ παρά να δω πόσο τυχερός είμαι. Εχω την επαφή με τόσους ανθρώπους, και διαβάζω όλα αυτά που μου γράφουν οι αναγνώστες και νιώθω σε όλους αυτούς αφοσιωμένος.

Λάτρης του έργου  Ελλήνων ποιητών

– Μοιραζόμαστε ένα παρελθόν με τη Χιλή εμείς οι Ελληνες σε σχέση με την ποίηση. Είχαμε και εμείς δικτατορία, φυσικά άλλου μεγέθους, αλλά αντιμετωπίσαμε και αντιμετωπίζουμε προβλήματα με τις μεταβάσεις. Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημά σας, είχα αδιόρατο το αίσθημα μιας κοινής ψυχολογικής ατμόσφαιρας που διαπνέει και τις οικογένειες, όπως και το ζήτημα του σεισμού. Είναι κάτι που το έχετε σκεφτεί;

– Είμαι λάτρης της αρχαίας ελληνικής πραγματείας και αγαπώ πολύ τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, που γνωρίζω καλά. Σπούδασα με τον Miguel Castillo Didier, έναν σπουδαίο δάσκαλο, που είναι μάλλον ο μεγαλύτερος μεταφραστής του Καβάφη. Εχει επίσης μεταφράσει Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη και Καζαντζάκη. Γνωρίζω σε βάθος αυτά τα έργα στην ισπανική μετάφραση και τα λατρεύω. Το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» του Καβάφη είναι ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Οταν ήμουν 21 ετών έγραψα σε ένα αφιέρωμα για τον Καβάφη μια δική μου εκδοχή αυτού του ποιήματος. Ο Castillo Didier ζήτησε από νέους ποιητές να συμμετάσχουμε και του έγραψα κάτι και το μετέφρασε ο ίδιος. Δεν ξέρω τι απέγινε εκείνο το ποίημα, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, η πρώτη γλώσσα που μεταφράστηκε ποτέ κάτι δικό μου είναι η ελληνική. Δεν συγκρίνω τις δύο εθνικές ιστορίες, αν και πιστεύω, δυστυχώς, ότι έχουμε κοινά και λόγω της πολιτικής βίας που έχουμε βιώσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ