ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Η μνήμη είναι και αυτή συγγραφέας

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

«Σας νοιάζει εσάς τι έκανε ο θείος μου ο Μίμης; Ηταν συγγραφική άσκηση και παρηγοριά μαζί. Ηθελα να γράψω σαν να διηγούμαι στον γιο μου περιστατικά από τη ζωή μου και στον αναγνώστη ιστορίες που ίσως έχουν νόημα για τη δική του ζωή», λέει στην «Κ» ο Νίκος Παναγιωτόπουλος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντί άλλης αφιέρωσης, το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Γραφικός χαρακτήρας» ξεκινάει με έναν στίχο του Τομ Γουέιτς: «I’ll tell you all my secrets / but I’ll lie about my past» (Θα σου πω όλα μου τα μυστικά / Αλλά θα σου πω ψέματα για το παρελθόν μου). Το άλμπουμ που περιέχει το τραγούδι τιτλοφορείται «Tango ’till they’re sore» και κυκλοφόρησε το 1985, όταν ο συγγραφέας ήταν 22 χρόνων. Δεν ξέρω αν το πρωτοάκουσε στην εποχή του ή αν η επιλογή έγινε αργότερα. Πάντως ροκ άκουγε μικρός, όπως και τώρα.

Σε μία από τις 67 σύντομες ιστορίες της συγκεκριμένης συλλογής διηγημάτων, σε εκείνη που έχει τίτλο «Στα κάγκελα», ο πατέρας του, πολύ θυμωμένος, σπάει την κιθάρα που μόλις έχει αγοράσει με τις οικονομίες μιας καλοκαιρινής δουλειάς. Προτού η κιθάρα γίνει κομμάτια, είχε προλάβει να παίξει μόνον το ρεφρέν από το κλασικό «Aqualung» των Τζέθρο Ταλ.

Αυτό συνέβη στο Χαλάνδρι, την τελευταία χρονιά της δεκαετία του 1970 ή την πρώτη του 1980. Τώρα βρισκόμαστε καθισμένοι σε ένα καφενείο του Παγκρατίου για τη συνέντευξη και μιλάμε γι’ αυτό το βιβλίο που από την πρώτη του σελίδα δηλώνει ότι είναι αυτοβιογραφικό. «Γεννήθηκα 15 Απριλίου, Δευτέρα του Πάσχα», ξεκινά η πιο μικροσκοπική ίσως από τις αφηγήσεις, και αυτό είναι η αλήθεια. Μιλάει «στρίβοντας» ένα τσιγάρο και σκέφτομαι ότι εξακολουθεί να καπνίζει, δεν βαρέθηκε, μολονότι ξεκίνησε πιτσιρίκος. Το ξέρω επειδή το διάβασα σε ένα από τα διηγήματα της συλλογής· ήταν μια τράκα από το πακέτο του αδερφού του, μάρκας Καρέλια Αγρινίου, που έγινε κρυφά, σε μια οικοδομή.

Ξέρω επίσης ότι μικρός έσπασε τα δόντια του παίζοντας κυνηγητό με τον ξάδερφό του, και γι’ αυτό τού λείπουν στην ασπρόμαυρη φωτογραφία από το εξώφυλλο του «Γραφικού χαρακτήρα». Ξέρω για τις οικογενειακές διακοπές στο Μάτι, για την απονενοημένη έξοδο της εξαδέλφης Ζωζώς στη Θεσσαλονίκη, για το πανάρχαιο Opel του θείου Μίμη, ξέρω ποια ταινία τον έκανε να αγαπήσει τον κινηματογράφο με τον οποίο έμελλε να ασχοληθεί αργότερα επαγγελματικά και πότε ακριβώς συνέβη αυτό. Και βεβαίως γνωρίζω τη μητέρα και τον πατέρα του, πόσο μάλωσαν και πόσο αγαπήθηκαν στην πορεία της κοινής ζωής τους.

Είναι πολύ γενναιόδωρος με τους αναγνώστες του ο Νίκος Παναγιωτόπουλος σε τούτο το έκτο βιβλίο του. Φτιάχνει ένα λεύκωμα με τις αναμνήσεις του και προτείνει να το ξεφυλλίσουμε μαζί. Η αρχή της έρευνας στη μνήμη που του έδωσε το πρώτο συγγραφικό υλικό έγινε χάρη σε μια στεφανιογραφία της μητέρας του που μπλέχτηκε στα χαρτιά του. Γι’ αυτό το αναπάντεχο σουβενίρ κράτησε μια σημείωση 77 λέξεων. Λίγες ημέρες αργότερα, η παλιά φωτογραφία του πατέρα ανέσυρε την ενθύμηση ενός άλλου γεγονότος και γέννησε την αφήγηση του «Βηματοδότη».

Νοσταλγία

«Ολες οι ιστορίες είναι απόλυτα αληθινές, γραμμένες όπως τις θυμάμαι, αν και η μάνα μου έχει αντιρρήσεις για μία-δύο», λέει. «Για εκείνην δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα, αλλά δεν έχει σημασία. Η μνήμη είναι κι αυτή συγγραφέας. Σε κάποιες υπάρχει μια διάθεση αναπόλησης, σε άλλες καθόλου. Στόχος μου δεν ήταν να εκτονώσω τη νοσταλγία μου για εκείνη την εποχή, ούτε να δώσω προσωπικές λεπτομέρειες. Αλλωστε, σας νοιάζει εσάς τι έκανε ο θείος μου ο Μίμης; Ηταν συγγραφική άσκηση και παρηγοριά μαζί. Ηθελα να βρω τον ρυθμό της αφήγησης που έχει ο προφορικός λόγος, να γράψω σαν να διηγούμαι στον γιο μου περιστατικά από τη ζωή μου και στον αναγνώστη ιστορίες που ίσως έχουν νόημα για τη δική του ζωή. Ας πούμε ότι είχε έρθει η ώρα να βουτήξω στο παρελθόν μου, που διαθέτει πλέον αρκετό βάθος ώστε να μη χτυπήσω το κεφάλι μου πέφτοντας».

Το ψαχνό του βιβλίου, όπως λέει ο ίδιος, είναι η παιδική του ηλικία, αν και ορισμένες ιστορίες φτάνουν στο σήμερα. Χαλάνδρι 1965-1975, η μικροαστική Αθήνα της εποχής μοχθεί, διασκεδάζει, αγωνιά για τα παιδιά της, καβγαδίζει, φιλιώνει, πάει διακοπές, ονειρεύεται, απογοητεύεται. Εν ολίγοις ζει. Στο μεταξύ, αν ανοίξει το κάδρο και ο φακός απομακρυνθεί από τα πρόσωπα αυτής της ασπρόμαυρης αφήγησης που χάρη στις παλιές φωτογραφίες του βιβλίου μοιάζει με ντοκιμαντέρ, η Ελλάδα περνάει πολιτικές περιπέτειες: το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967, η δικτατορία, η πτώση της χούντας το 1974, η αρχή της Μεταπολίτευσης.

Αλλά γι’ αυτά, ούτε λέξη.

Φόβος στην εξουσία

«Αυτό το στοιχείο απουσιάζει, επειδή η οικογένειά μου ήταν απολιτική. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκαν ότι δεν συνέβαινε έτσι στην πραγματικότητα, αλλά τότε δεν άφηναν να φανεί η πολιτική τους τοποθέτηση. Πράγμα που μάλλον έχει να κάνει με έναν κληρονομημένο φόβο απέναντι στην εξουσία. Η σκέψη ήταν, “Είμαστε ‘μικροί’ άνθρωποι, αν εκτεθούμε, θα κινδυνεύσουμε κι εμείς και τα παιδιά μας”. Αυτό είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας της εποχής. Οσο για τη δική μου γενιά, αυτή απέφυγε όλους τους σκοπέλους της Ιστορίας. Το Πολυτεχνείο είχε γίνει, η εποχή της έντονης πολιτικοποίησης είχε περάσει και μάλιστα είχε γεννήσει “χρυσά αυγά” για όσους θέλησαν να την καρπωθούν, μεταφέροντάς μας έναν κυνισμό απέναντι στις ιδεολογίες. Παράλληλα ξεκινούσε η περίοδος της ευμάρειας, τα πάθη καταλάγιασαν, η χώρα ηρέμησε και εμείς ταξιδεύαμε σε ήρεμα νερά. Αυτό νομίζω ότι διαμόρφωσε και τη στάση της γενιάς μου απέναντι στα πολιτικά πράγματα της χώρας γενικότερα».

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έχει γράψει σε προηγούμενο βιβλίο του («Τα παιδιά του Κάιν», εκδ. Μεταίχμιο) για αυτή τη γενιά, την αποστασιοποιημένη, καλοζωισμένη, καλλιεργημένη, τους έφηβους του ’79 που λόγω συγκυριών δεν χρειάστηκε ποτέ να αποφασίσουν για τη ζωή τους μέχρι που βρέθηκαν αντιμέτωποι μαζί της. Την έχει περιγράψει επίσης πολύ εύστοχα και ειλικρινά με το πρώτο του κινηματογραφικό σενάριο για το οποίο βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1996, τους «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει πολλά σενάρια, αρκετά βιβλία, μία ταινία μικρού μήκους στην οποία έκανε τη σκηνοθεσία.

Ως γνήσιο τέκνο αυτής της γενιάς, έχει στραμμένο το βλέμμα του στην Ευρώπη, στον κόσμο, αλλά έχει τα πόδια του στον τόπο του και την καρδιά του στην οικογένεια. «Ημασταν νοικοκυρόπαιδα, μη νομίζεις.

Μεγαλώσαμε περιορισμένοι, γι’ αυτό και ετούτο είναι ένα οικογενειακό βιβλίο φόρος τιμής στους γονείς μου και στον οικογενειακό μας περίγυρο», λέει.

Συνεπώς δεν είναι ένας εκείνος ο γραφικός χαρακτήρας, όπως ίσως υπονοεί το ελαφρώς περιπαικτικό λογοπαίγνιο του τίτλου; «Η αλήθεια είναι ότι δεν αντέχω τη σοβαροφάνεια. Αντιθέτως, το χιούμορ με συγκινεί βαθύτατα. Θέλω να πιστεύω ότι η αμφισημία –το αστείο και το θλιμμένο ταυτόχρονα– αποτελεί συστατικό στοιχείο της γραφής μου. Υπάρχει ένας αυτοσαρκασμός σε όλα, μια διάθεση να γελάσω με τον εαυτό μου», μου απαντά.

​​«Γραφικός χαρακτήρας», Ν. Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ