ΒΙΒΛΙΟ

Υπαρξιακή κρίση της μέσης ηλικίας

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΖΩΝ ΜΠΑΝΒΙΛ
Η μπλε κιθάρα
μτφρ: Τόνια Κοβαλένκο
εκδ. Καστανιώτη

Το τελευταίο βιβλίο του πολυβραβευμένου Ιρλανδού συγγραφέα Τζων Μπάνβιλ (1945-) είναι αναμφισβήτητα, όπως έγραψε και ο κριτικός της Washington Post, το πλέον διασκεδαστικό και ανάλαφρο μυθιστόρημά του. Αν και θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν διαρκή στοχασμό για την προσήλωση στην τέχνη, την αλήθεια της δημιουργίας, το πάθος του ερασιτέχνη και άλλα ηχηρά παρόμοια, ο δεξιοτέχνης Μπάνβιλ, που έχει δικαίως νομίζω χαρακτηρισθεί και διάδοχος του Ναμπόκοφ, ξέρει όπως λένε οι ναυτικοί «να στρίβει το καράβι». Υπονομεύοντας συνεχώς την προσωπικότητα των ηρώων του, γρήγορα αποδραματοποιεί τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν, καταλήγοντας τελικά στο γκροτέσκο. Τηρουμένων των αναλογιών, τους συμπεριφέρεται όπως ο Φίλιπ Ροθ στους ηλικιωμένους Εβραίους ήρωές του, όταν αυτοί έρχονται αντιμέτωποι με τον κόσμο των λευκών προτεσταντών.

Πρωταγωνιστής στο βιβλίο του Μπάνβιλ είναι ο αποτυχημένος ή μάλλον ο ξοφλημένος ζωγράφος Ολιβερ Οτγουεϊ Ορμ. Νεανικό alter ego του συγγραφέα, σύμφωνα με κάποιους συμπατριώτες του, αφού στα νιάτα του ο Μπάνβιλ ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική.

Ο μεσήλικας Ολιβερ, αποξενωμένος από τη γυναίκα του Γκλόρια, μετά τον θάνατο της τρίχρονης κορούλας τους, έρμαιο των διαδοχικών αποτυχιών του, βρίσκεται εδώ και χρόνια ουσιαστικά έγκλειστος στο ατελιέ του χωρίς καμιά ελπίδα διαφυγής. Μοναδική παρηγοριά του η ικανοποίηση της κλεπτομανίας του, η συλλογή μικροαντικειμένων που κλέβει από σπίτια γνωστών και φίλων. Ομως τη σοβαρότερη «κλοπή» την πραγματοποιεί στον ερωτικό τομέα, όταν συνάπτει παράνομο δεσμό με τη γυναίκα του Μάρκους, του καλύτερού του φίλου. Και αυτή η κίνηση του δίνει μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, ένα νόημα στη μίζερη ζωή του.

Ως την ημέρα τουλάχιστον που ο Μάρκους θα ανακαλύψει πως η γυναίκα του τον απατά. Πανικόβλητος ο ζωγράφος θα επιχειρήσει την τελευταία ηρωική του έξοδο. Θα παρατήσει πίνακες, σύζυγο, ερωμένη και θα καταφύγει στην επαρχία, στο παλιό πατρικό του σπίτι, κι εκεί θα περιμένει σε κατάσταση νεκρικής απραξίας τη «θεία δίκη». Πριν όμως από τη Νέμεση θα τον επισκεφθεί στο προγονικό κρησφύγετο έξαλλη η ερωμένη του, που θα τον κατηγορήσει για δειλία, ανανδρία, μισογυνισμό, συναισθηματική αναπηρία. Και δεν θα είναι η χειρότερη αντίδραση. Λίγες ημέρες αργότερα, η πληγωμένη σύζυγός του θα του αποκαλύψει ότι τον έχει πληρώσει με το ίδιο ακριβώς νόμισμα: τον έχει απατήσει και αυτή!

Η κατάληξη της ιστορίας, ωστόσο, δεν μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι ο συγγραφέας στήνει ένα γαϊτανάκι απιστιών και εξωσυζυγικών σχέσεων προς τέρψη των αναγνωστών του. Δεν είναι ένα ακόμη λογοτεχνικό σκέρτσο σαν αυτά που στήνει όταν γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα με το ψευδώνυμο Μπέντζαμιν Μπλακ. «Η μπλε κιθάρα» είναι ασφαλώς κάτι περισσότερο για τον κορυφαίο στυλίστα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, που αρέσκεται σε μια έντονα μεταφορική γλώσσα, πλούσια σε ευφάνταστες παρομοιώσεις. Κάτω από την καλοδουλεμένη πρόζα, με το ιδιάζον βρετανικό χιούμορ, το κείμενο πάλλεται από την υπαρξιακή κρίση της μέσης ηλικίας, την αγωνία ενός χαρισματικού άνδρα, που εξαιτίας της μητέρας του δεν μπόρεσε ποτέ να συμφιλιωθεί με το άλλο φύλο. Ο Ολιβερ, πάντα αυστηρός με τον εαυτό του, για να έχει το δικαίωμα να φέρεται αυστηρά και στις γυναίκες, εμπιστεύεται τελικά μόνο τα άψυχα αντικείμενα που τον περιβάλλουν. Με τη νοοτροπία του εκκεντρικού συλλέκτη αποφασίζει να επενδύσει συναισθηματικά στις μινιατούρες που κλέβει, βέβαιος πως δεν θα τον προδώσουν ποτέ. Οπως όμως θα διαπιστώσουμε στις τελευταίες σελίδες, ούτε κι αυτές θα σταθούν οι «ακοίμητοι φρουροί» της ζωής του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ