ΒΙΒΛΙΟ

Προτάσεις θεσμικού εκσυγχρονισμού

ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Θεσμοί: κρίση και ρήξη
εκδ. Πατάκης

Το νέο βιβλίο του Θ. Διαμαντόπουλου είναι μια σημαντική πρωτοβουλία για δύο λόγους. Πρώτον, θέτει στο προσκήνιο μια σειρά προσεκτικά επεξεργασμένων προτάσεων –κάποιες ιδιαίτερα τολμηρές– που αποσκοπούν να διευκολύνουν τον θεσμικό εκσυγχρονισμό και τη διαχείριση της κρίσης. Δεύτερον, περιλαμβάνει τον σχολιασμό των προτάσεών του από 25 επιφανείς μετόχους του δημοσίου διαλόγου – πολιτικούς, νομικούς, πολιτικούς επιστήμονες, δημοσιογράφους. Κατά τούτο, το βιβλίο καθαυτό είναι ένα βήμα διαλόγου και προβληματισμού.

Ο Διαμαντόπουλος προτείνει την εισαγωγή του προεδρικού συστήματος, με θεσμικές προσαρμογές που περιορίζουν την εγγενή ακαμψία του. Τούτο είναι μια ρηξικέλευθη πρόταση, καθώς η κρατούσα άποψη θεωρεί ότι ο κοινοβουλευτικός (όχι προεδρικός) χαρακτήρας του πολιτεύματος συγκαταλέγεται στις μη αναθεωρήσιμες συνταγματικές διατάξεις. Εκφράζεται όμως στο βιβλίο, από επιφανείς σχολιαστές, και η αντίθετη θέση. Προσωπικά, αμφιβάλλω ότι υπάρχει δυνατότητα θεσμοθέτησης προεδρικής δημοκρατίας βάσει του ισχύοντος Συντάγματος. Επιπλέον, εάν δώσουμε μια τόσο ευρεία ερμηνεία στο τι είναι αναθεωρήσιμη διάταξη, πού σταματούμε; Και ναι μεν οι νομικοί ίσως να ξέρουν πού να σταματήσουν, αλλά αυτά σε αυτά τα πράγματα αποφασιστικό ρόλο, τελικά, παίζει ο συσχετισμός των δυνάμεων την κρίσιμη στιγμή, και όχι η θεωρία. Στο γενικότερο κλίμα των ημερών μας (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς), ας παραμείνουμε στο πλαίσιο της πιο στενής ερμηνείας.

Ο συγγραφέας προτείνει επίσης σειρά θεσμικών παρεμβάσεων στο πλαίσιο της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: μεταξύ αυτών, αποσύνδεση της προεδρικής εκλογής από την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών· νέα διαδικασία ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης· ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου· κωλύματα εκλογιμότητας των υπουργών· σύσταση Γερουσίας. Τέλος, η τρίτη δέσμη προτάσεων αφορά ένα νέο εκλογικό σύστημα κοντά στο γερμανικό μοντέλο, νέα οργάνωση του υπουργικού συμβουλίου και μέριμνα για την επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για λειτουργικές, «χειρουργικού» χαρακτήρα θεσμικές αλλαγές –άλλες στο συνταγματικό επίπεδο, άλλες στην κοινή νομοθεσία– που κατατείνουν στην προσαρμογή της χώρας στα σύγχρονα δεδομένα.

Είναι, πάντως, σημαντικό να γίνει κατανοητό ένα σημαντικό στοιχείο της κοσμοαντίληψης που υπάρχει στο βιβλίο. Και η κοσμοαντίληψη αυτή είναι η βάση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο ίδιος ο Διαμαντόπουλος γνωρίζει ότι δεν είναι το Σύνταγμα που έφερε την κρίση, και πάντως η έξοδος από αυτήν δεν μπορεί να αναζητηθεί μόνον στο επίπεδο των θεσμών: ήδη στα «προλεγόμενά» του τονίζει ότι δεν υπάρχει το ιδανικό θεσμικό οικοδόμημα σε θεωρητικό επίπεδο. Εξάλλου, έχει επίγνωση του γεγονότος ότι οι πολύ ευρείες συναινέσεις μοιραία γίνονται στη βάση του ελάχιστου κοινού παρονομαστή, και επομένως τείνουν να αμβλύνουν μέχρις εξαφανίσεως τη μεταρρυθμιστική δυναμική. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο περισσότερο επιτυχημένες θεσμικές (όχι απλώς συνταγματικές) μεταρρυθμίσεις έγιναν από τον Ελ. Βενιζέλο το 1910-12 και τον Κ. Καραμανλή το 1974-75, όταν δηλαδή υπήρχε μια συμπαγής πλειοψηφία υπό στιβαρή ηγεσία που διέθετε ισχυρή στήριξη από την κοινή γνώμη. Μπορεί άραγε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα, όπως το ελληνικό σήμερα, να επιφέρει τις αναγκαίες αλλαγές; Αλλά και αυτές ακόμη, εάν επιτευχθούν, θα πρέπει να συνδυαστούν με πρόσθετα στοιχεία. Οπως είχε τονίσει ο Καραμανλής κατά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975: « [Τ]ο Σύνταγμα αποτελεί τον τύπον, το πλαίσιον της δημοκρατίας. Το περιεχόμενόν της, η ουσία της είναι το ήπιον πολιτικόν κλίμα, τα ήμερα πολιτικά ήθη και προ παντός και ηγεσία με αίσθημα ευθύνης […] Υπάρχουν χώραι αι οποίαι έχουν ιδανικά Συντάγματα, αλλά κακοδαιμονούν πολιτικώς, διότι στερούνται αυτών. Υπάρχουν, αντιθέτως, χώραι αι οποίαι έχουν ατελή Συντάγματα, αλλ’ ευδαιμονούν, διά τον λόγον ότι έχουν διασφαλίσει τας ψυχολογικάς αυτάς προϋποθέσεις». Αυτό, σε τελική ανάλυση, ξέχασε για πρώτη φορά μετά από αιώνες η Βρετανία (την οποία εμφανώς περιγράφει ο Καραμανλής στο ανωτέρω παράθεμα) στο πρόσφατο δημοψήφισμά της.

Οι θεσμοί, επομένως, μπορούν να συμβάλουν καταλυτικά στο ξεπέρασμα της κρίσης, αλλά είναι η αιχμή του δόρατος της απαιτούμενης αλλαγής, όχι το σύνολό της. Υπάρχει ένας –δυσπερίγραπτος αλλά απαραίτητος– συνδυασμός θεσμών, εφαρμογής, ηγεσίας και κοινωνικού κλίματος, που αποτελεί προϋπόθεση για τη δημοκρατία και την επιτυχία των κοινωνιών. Αυτό, νομίζω, είναι η κεντρική και φωτισμένη επισήμανση του Διαμαντόπουλου και των 25 σχολιαστών των προτάσεών του.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ