ΒΙΒΛΙΟ

Ο αθλητισμός και η ελληνική κοινωνία

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΖΟΥΚΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΑΪΜΑΚΗΣ,
ΕΛΕΝΗ ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ  (επιμ.)
Κοινωνία και αθλητισμός στην Ελλάδα
Κοινωνιολογικές και ιστορικές
προσεγγίσεις
εκδ. Αλεξάνδρεια

Η εξέλιξη των αθλημάτων στην Ελλάδα, πολυσύνθετων σύγχρονων μορφών διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης, δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Είναι δηλαδή πανθομολογουμένη η έλλειψη εξειδικευμένων μελετών που θα μας διαφώτιζαν για τους μετασχηματισμούς στο πεδίο της συγκρότησης των κοινωνικών ταυτοτήτων σε σχέση και με τον χώρο του αθλητισμού.
Το πρώτο λοιπόν που παρατηρεί κανείς για τον καλαίσθητο τόμο με τίτλο «Κοινωνία και αθλητισμός στην Ελλάδα. Κοινωνιολογικές και ιστορικές προσεγγίσεις», τον οποίο επιμελήθηκαν ο Γιάννης Ζαϊμάκης και η Ελένη Φουρναράκη, είναι ότι πρόκειται για μια διεπιστημονική, συλλογική εργασία, που αποτυπώνει με ενάργεια τη βαθιά γνώση των συμμετεχόντων γύρω από τη σχέση αθλητισμού και κοινωνίας. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, από τη στιγμή που το ίδιο το αντικείμενο είναι ευεπίφορο σε πολλαπλές αναγνώσεις, στη βάση της καθιερωμένης και στο εξωτερικό κυρίαρχης προσέγγισης. Είναι λοιπόν ένα πεδίο στο οποίο συναντώνται δημιουργικά η ιστορία, η κοινωνιολογία, η κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, γεγονός που απαντά στις συμβολές των συγγραφέων στον τόμο. Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ο μεθοδολογικός και εννοιολογικός πλούτος των συνεισφορών, που καλύπτουν μια ευρύτητα θεμάτων, από την ιστορία του ολυμπιακού κινήματος και των εκάστοτε μετανεωτερικών διακυβευμάτων και νοηματοδοτήσεών του στα extreme sports και από τις οπαδικές ταυτότητες στην ανάλυση της ποδοσφαιρικής βίας με σύγχρονα μεθοδολογικά εργαλεία.

Υποβοηθητική δομή

Η δομή του βιβλίου είναι επίσης υποβοηθητική, καθώς προτάσσεται μια εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή των επιμελητών του τόμου, και ακολουθούν δύο σημαντικά θεωρητικά κείμενα της Χριστίνας Κουλούρη και του Γιάννη Ζαϊμάκη. Στο άρθρο της Χριστίνας Κουλούρη επιχειρείται «μια συστηματική και κριτική επισκόπηση της ελληνικής ιστοριογραφικής παραγωγής περί αθλητισμού, Ολυμπιακών Αγώνων ή εν γένει φυσικής αγωγής, από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα». Στο άρθρο του Γιάννη Ζαϊμάκη επιχειρείται μια ανάλυση των βασικότερων θεωριών που έχουν αναπτυχθεί στην κοινωνιολογία του αθλητισμού και τη διαχρονική μετεξέλιξή τους. Ακολουθούν τα υπόλοιπα κείμενα, τα οποία διακρίνονται σε αυτά που ασχολούνται με τους λόγους και τις πρακτικές για τον Ολυμπισμό και το σώμα, και σε αυτά που ασχολούνται με τον σωματειακό αθλητισμό, την ποδοσφαιρική κουλτούρα και την οπαδική βία.

Σε μεγάλο βαθμό το βιβλίο αναιρεί και απομυθοποιεί τρέχουσες κυρίαρχες παραστάσεις για το αθλητικό πεδίο, καθώς οι περισσότερες εργασίες υιοθετούν μια κριτική ματιά στα υπό διερεύνηση ζητήματα. Ετσι, π.χ., τονίζεται κατά κόρον η νεωτερική διάσταση των σπορ, σε αντίθεση με την εικόνα μιας διαχρονικής ιστορικής συνέχειάς τους. Γίνεται προσπάθεια να μην υιοθετηθούν εθνοκεντρικές οπτικές, ενώ σημαντικά είναι και τα ζητήματα για το φύλο τα οποία θίγονται, σε έναν εν γένει μη προνομιακό χώρο για την ανάδειξη τέτοιου τύπου ζητημάτων. Ενδεικτική ως προς αυτόν τον προσανατολισμό είναι η συμβολή της Δικαίας Χατζηευσταθίου και του Ian Henry για τον έμφυλο λόγο για τον ολυμπισμό και τον αποκλεισμό των γυναικών, που βασίζεται στην ανάλυση του έργου του Πιερ ντε Κουμπερτέν. Κριτική διάσταση έχει και η παρέμβαση της Βασιλικής Τζαχρήστα για την επινόηση της αρχαιότητας στα εγχειρίδια ολυμπιακής παιδείας «Αθήνα 2004», ενός θεμελιακού αθλητικού γεγονότος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας που αξίζει περαιτέρω διερεύνησης. Σε παρόμοια κριτική διάσταση κινείται και το κείμενο του Μηνά Σαματά, που θέτει ευρύτερα ζητήματα για τις επιπτώσεις στα δημοκρατικά δικαιώματα από την ασφαλιτικοποίηση (securitization) των αθλητικών γεγονότων (με κύριο άξονα αναφοράς τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Αναστοχαστική και κριτική ματιά ακολουθεί και το κείμενο του Μανόλη Τζανάκη για τις νοηματοδοτήσεις που συνοδεύουν την αυτόνομη κατάδυση.

Οι οπαδοί του ΟΦΗ

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου αφορά τη συγκρότηση και ανάπτυξη του συνδεσμιακού κινήματος του ΟΦΗ. Υπογράφεται από τον Γιάννη Ζαϊμάκη και έχει τίτλο: «Να ’σαι περήφανος που είσαι Κρητικός». Στο σημείωμα αυτό αναδεικνύονται οι διεργασίες που οδήγησαν στην ίδρυση του πρώτου συνδέσμου οπαδών της ομάδας, το 1959, οι εξελίξεις στο συνδεσμιακό κίνημα της ομάδας, με κύριο άξονα αναφοράς τη δεκαετία του 1980, καθώς και η τρέχουσα κατάσταση. Ολα αυτά βέβαια εξετάζονται σε συνάρτηση τόσο με την ίδια τη δυναμική της ομάδας και τη θέση της στο ημιεπαγγελματικό και επαγγελματικό ποδόσφαιρο, αλλά και με την κοινωνικοπολιτισμική ανάπτυξη του Ηρακλείου και της ευρύτερης περιοχής. Είναι προφανές ότι η ανάπτυξη του συνδεσμιακού κινήματος του ΟΦΗ δεν μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις ευρύτερες διεργασίες συγκρότησης οπαδικών ταυτοτήτων που ακολουθούσαν παρασάγγας ανάλογες εξελίξεις στο εξωτερικό και οι οποίες συνδέονται συχνά στη δημόσια σφαίρα με το ζήτημα της βίας στα γήπεδα.

Από την άποψη αυτή, η παρουσίαση των πορισμάτων ποσοτικής κοινωνιολογικής έρευνας του Παντείου Πανεπιστημίου για την ποδοσφαιρική βία στην Ελλάδα (1974-2004) είναι σημαντική. Η έρευνα αυτή βασίζεται σε εκτεταμένη αποδελτίωση του αθλητικού Τύπου μιας τριακονταετίας, και καλύπτει ένα σύνολο 711 αγώνων κατά τους οποίους φαίνεται να ξέσπασαν ένα ή περισσότερα επεισόδια. Στο κείμενο των Νίκου Κοταρίδη και Νίκου Βαφέα, με το οποίο παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της έρευνας, επισημαίνεται ότι η βία δεν ακολουθεί μια γραμμική ανάπτυξη, αλλά αντιθέτως γνωρίζει περιόδους έντασης και ύφεσης, γεγονός που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις εκάστοτε αλλαγές στο νομικό πλαίσιο αντιμετώπισής της. Ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν και από τα υπόλοιπα κείμενα του βιβλίου που αφορούν τη διάδοση του ποδοσφαίρου στη μεσοπολεμική Ελλάδα (Γιώργος Γάσιας), τους οπαδούς του Εθνικού Πειραιώς (Μανώλης Χουμεριανός) και τη σχέση οργανωμένων οπαδών και ποδοσφαίρου (Δημήτρης Παπαγεωργίου-Θωμάς Μαυροφίδης).

Σε κάθε περίπτωση, μια πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα απόπειρα προσέγγισης ζητημάτων για τη σχέση αθλητισμού και κοινωνίας, αναδεικνύοντας, όπως γράφουν και οι επιμελητές, και τους περιορισμούς: «Πόσα πράγματα μένει να ερευνηθούν σε ένα εν πολλοίς ακόμη παρθένο πεδίο στις κοινωνικές επιστήμες στη χώρα μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ