ΒΙΒΛΙΟ

Ξορκίζοντας τον εφιάλτη

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Βρετανίδα απολαμβάνει το βιβλίο της στο πάρκο Ρίτζεντ του Λονδίνου, στις 19 Ιουλίου. Στο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου «Αριθμός 11», μια νεαρή κοπέλα, απόφοιτος της Οξφόρδης, αναγκάζεται να δουλεύει ως αποκλειστική δασκάλα για κάποια οικογένεια βαθύπλουτων Λονδρέζων για να βγάλει τα προς το ζην.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ
Αριθμός 11
μτφρ.: Αλκηστις Τριμπέρη
εκδ. Πόλις

Είμαστε συνηθισμένοι πια στην κοινωνική, οικονομική, ακόμα και ψυχολογική ανατομία της σύγχρονης Βρετανίας, την οποία ο Τζόναθαν Κόου προσφέρει σχεδόν σε όλα τα μυθιστορήματά του. Αυτό που έρχεται ως ευχάριστος αέρας ανανέωσης και πειραματισμού στον «Αριθμό 11» είναι η μείξη του παραπάνω ιδιώματος με ένα πολύ ξεχωριστό –και αρκετές φορές παρεξηγημένο– λογοτεχνικό υποείδος: αυτό της ιστορίας τρόμου. Κοιτώντας γύρω του μια χώρα η οποία μοιάζει να κρύβει τη σαπίλα και τα προβλήματα κάτω από τη λαμπερή της επιφάνεια, ο συγγραφέας αποφασίζει να ξεθάψει τους εφιάλτες, προκειμένου να τους ξορκίσει ή, έστω, να αντιπαραθέσει όλα όσα εκείνος θεωρεί φρέσκα και ελπιδοφόρα στην πατρίδα του.

Η αφήγηση του Κόου, σαν κάμερα σκηνοθέτη, ακολουθεί σε κάθε ενότητα του βιβλίου κι έναν διαφορετικό πρωταγωνιστή. Μέσα από τα μάτια τους ξεδιπλώνονται αριστοτεχνικά οι καθημερινές ιστορίες και τα παράδοξα της βρετανικής –αλλά κατ’ επέκταση ολόκληρης της δυτικής– κοινωνίας. Ενα ζευγάρι ηλικιωμένων στην αγγλική επαρχία ανησυχεί για την αύξηση των μεταναστών. Μια νεαρή κοπέλα, απόφοιτος της Οξφόρδης, αναγκάζεται να δουλεύει ως αποκλειστική δασκάλα για κάποια οικογένεια βαθύπλουτων Λονδρέζων για να βγάλει τα προς το ζην. Η ίδια αυτή οικογένεια ανασκάπτει το υπόγειο του σπιτιού της, προκειμένου να το μετατρέψει σε ιδιωτικό κινηματογράφο, ενώ μερικά τετράγωνα παραπέρα κάποιοι περιμένουν στην ουρά της κοινωνικής πρόνοιας για λίγα τρόφιμα. Οι διαφορετικοί αυτοί κόσμοι, όπως διαμορφώνονται από τον πλούτο και την καταγωγή, αποτελούν τη βάση της κοινωνικής παρατήρησης του Κόου, ο οποίος οξυδερκής όσο ποτέ (μέχρι και προφητικός, αν λάβουμε υπ’ όψιν τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο), σημαδεύει με ευστοχία το πολιτικό κατεστημένο και τις ελίτ, εντοπίζοντας ωστόσο τη ρίζα του παραλόγου πολύ χαμηλότερα.

Κι εδώ έρχεται ο τρόμος. Οι στερεοτυπικοί μύθοι της λογοτεχνίας του φανταστικού τοποθετούνται μέσα στην αφήγηση του Κόου με απόλυτη φυσικότητα. Το στοιχειωμένο σπίτι, το καταραμένο αντικείμενο, το τέρας του υπογείου και όλα τα υπόλοιπα έρχονται στο προσκήνιο με τη μορφή ψυχολογικής αφύπνισης –ή και κατάρρευσης– των ηρώων του βιβλίου, οι οποίοι λειτουργούν ως πνευματικοί αναμεταδότες των όσων συμβαίνουν γύρω τους. Ταυτόχρονα, κι εδώ έγκειται η λειτουργικότητα του συγκεκριμένου σχήματος, ο συγγραφέας περιβάλλει τις διάφορες υπο-αφηγήσεις με το λυτρωτικό πλέγμα του χιούμορ και ειρωνείας, ώστε αυτές να μη διολισθήσουν στη γραφικότητα και στις υπερβολές.

Κατά μία έννοια, ο Κόου ξαναπιάνει στον «Αριθμό 11» το νήμα της αφήγησης από το προ εικοσαετίας «Τι ωραίο πλιάτσικο!» επιχειρώντας και πάλι μέσα από τα απλά και καθημερινά να αποκαλύψει τη μεγαλύτερη εικόνα. Αυτήν τη φορά, ωστόσο, τα καταφέρνει καλύτερα. Η κριτική του είναι μεθοδική και στοχευμένη χωρίς να στερεί σε τίποτα τη ζωντάνια του κειμένου. Ο θυμός και το τέλμα που βλέπει γύρω του ο συγγραφέας (ο πρώτος είναι ολοφάνερα και δικός του) με τον νέου τύπου θατσερισμό που κυριαρχεί σήμερα, είναι τόσο διαβρωτικός που, φαινομενικά, βρίσκει διέξοδο στην παράνοια – ακόμα και ο βρετανικός Guardian τοποθετεί το βιβλίο «στο ράφι της παρανοϊκής λογοτεχνίας». Η παράνοια όμως και ο τρόμος δεν είναι σχήματα κυριολεκτικά, αποτελούν απλώς την κραυγή αγωνίας και ταυτόχρονα την έκκληση ενός ανθρώπου των γραμμάτων για αλλαγή όσο είναι ακόμη καιρός. «Τα τέρατα δεν θα μείνουν για πολύ ακόμη στην άκρη της αυλής», μοιάζει να λέει με τον δικό του τρόπο ο Κόου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ