WILLIAM EGGINTON / THE NEW YORK TIMES

Η ανεκτικότητα σε μια φιλελεύθερη πολιτεία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Λίγους μήνες πριν, καθώς ταξίδευα στο μετρό της Βιέννης με τον οκτάχρονο γιο μου, ο τίτλος μιας εφημερίδας που την είχαν αφήσει σε μια θέση τράβηξε την προσοχή μου: «Δασκάλα ασκεί αγωγή κατά μουσουλμάνου πατέρα γιατί αρνήθηκε να της σφίξει το χέρι». Συγκριτικά με την ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς στην Αυστρία, αυτό δεν ήταν σημαντικό νέο, ωστόσο ήταν ηχηρό. Κατά κάποιον τρόπο τροφοδοτούσε τη συζήτηση περί σύγκρουσης των πολιτισμών και το είδος ξενοφοβικής πολιτικής που είναι σε άνοδο και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Εχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που η ανακάλυψη ενός φορτηγού γεμάτου με νεκρούς πρόσφυγες σε έναν αυτοκινητόδρομο κοντά στη Βιέννη οδήγησε τους Γερμανούς και Αυστριακούς ηγέτες να ανοίξουν τα σύνορά τους και να απευθύνουν εκκλήσεις προς άλλες χώρες να απορροφήσουν πολύ περισσότερους πρόσφυγες. Εκτοτε η δημοτικότητα της Γερμανίδας καγκελαρίου έχει υποχωρήσει σημαντικά. Εν μέσω αυτών των σημαντικών πολιτικών εξελίξεων η ιστορία της δασκάλας τράβηξε την προσοχή μου, κυρίως διότι θέτει δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με τα νομικά και φιλοσοφικά θεμέλια της φιλελεύθερης δημοκρατίας που θέλει να ενσαρκώσει η Ευρώπη, όπως επίσης και της αμερικανικής εναλλακτικής πρότασης. Στις ΗΠΑ η δασκάλα δεν θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή. Οσο προσβλητικό και να είναι ένας άντρας να αρνείται να σφίξει το χέρι της απλώς και μόνο εξαιτίας του φύλου της, η πρώτη τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος δεν επιτρέπει στην προσβλητική συμπεριφορά να αναδειχτεί ως σημαντικότερη από την ελευθερία της πίστης και της έκφρασης. Στην περίπτωση της δασκάλας από την Αυστρία, το δικαίωμα ενός μουσουλμάνου να ακολουθεί τις διδαχές της θρησκείας του δεν θεωρείται αυτομάτως υπέρτερο του δικαιώματος που έχει η δασκάλα να της συμπεριφέρονται με τον ίδιο σεβασμό που θα περίμενε ένας άντρας.

Στην ουσία, ο φιλελευθερισμός που πηγάζει τόσο από το αμερικανικό Σύνταγμα όσο και από τα ευρωπαϊκά συντάγματα εκφράζει την πεποίθηση ότι πρέπει να δικαιολογούνται οι περιορισμοί στην ελευθερία. Μεταξύ αυτών, είναι η ελευθερία να ασκεί κανείς τα θρησκευτικά του πιστεύω και να εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις. Συνεπώς και στις δύο κοινωνίες το ερώτημα είναι από ποιο σημείο και μετά δικαιολογείται ο περιορισμός αυτών των δύο ελευθεριών. Στις ΗΠΑ το όριο έχει τοποθετηθεί μάλλον ψηλά. Η πρώτη τροπολογία αποτελεί θεμελιώδες εμπόδιο στην επιθυμία της πλειονότητας να επιβάλει τις αξίες ή τα πιστεύω της σε μειονότητες ή σε άτομα και είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι Αμερικανοί τείνουν να ανέχονται ακόμη και ακραίες εκφράσεις μισαλλοδοξίας. Στην Ευρώπη, όπου το γερμανικό Σύνταγμα ξαναγράφτηκε μετά τον τρόμο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και το αυστριακό ίσχυσε ξανά με πολλές τροποποιήσεις, ο δικαιολογημένος φόβος της μισαλλοδοξίας στην πιο ακραία της μορφή οδήγησε στη δημιουργία κοινωνιών που επιβάλλουν με πιο ρητό τρόπο περιορισμούς στην αποδεκτή έκφραση. Γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί κανείς να οδηγηθεί στη φυλακή στη Γερμανία και στην Αυστρία αν αρνηθεί ότι συνέβη το Ολοκαύτωμα, ενώ είναι ελεύθερος να διαλαλεί τις πλέον φρικτές ναζιστικές ιδέες στις ΗΠΑ.

Ομως ο πιο στενός έλεγχος του περιεχομένου της πολιτικής έκφρασης στην Ευρώπη μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες συνέπειες. Στην Ευρώπη τα νομικά συστήματα έχουν μεγαλύτερη εξουσία να επιλέξουν την επιτρεπόμενη έκφραση με βάση το πόσο φιλελεύθερη ή ανελεύθερη είναι. Αυτό οδηγεί στο παράδοξο να υπάρχει θεσμική μισαλλοδοξία κατά πιστεύω και πρακτικών που θεωρούνται μισαλλόδοξες. Μπορεί λοιπόν να μην είναι εφικτή η απόλυτη ανεκτικότητα, ωστόσο υπάρχουν διάφοροι βαθμοί ανεκτικότητας που επιτρέπει μια φιλελεύθερη πολιτεία. Οι περισσότεροι Αμερικανοί θα συμφωνούσαν ότι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων και η πολυγαμία δεν είναι ανεκτές θρησκευτικές πρακτικές. Ομως η αμερικανική νομοθεσία προστατεύει τις φοιτήτριες που φοράνε χιτζάμπ, ενώ η γαλλική απαγορεύει σε όλα τα δημοτικά σχολεία να επιδεικνύει κανείς σύμβολα ή ρούχα που δηλώνουν τα θρησκευτικά πιστεύω. Στην περίπτωση της Γαλλίας υπάρχει ανεκτικότητα έναντι όσων αισθάνονται άβολα με τη θρησκευτική έκφραση, αλλά όχι προς την ίδια τη θρησκευτική έκφραση μιας μουσουλμάνας. Τι γίνεται όμως αν η υπερβολικά αυστηρή επιμονή στην ανεκτικότητα έχει ως αποτέλεσμα μια λιγότερο ανεκτική κοινωνία; Πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία, ωστόσο οι ευρωπαϊκές προσπάθειες να περιοριστεί η έκφραση αυτού που οι Ευρωπαίοι θεωρούν ως θρησκευτική ανελευθερία ίσως να είναι υπερβολικές. Στην ουσία αυτό που λένε οι φιλελεύθερες κοινωνίες είναι: «Ανεχτείτε τα πιστεύω των άλλων, εκτός από την περίπτωση όπου αυτό έρχεται σε αντίθεση με αυτή την αρχή». Προκειμένου μια φιλελεύθερη κοινωνία να διασφαλίζει ότι τα μέλη της εξακολουθούν να απολαμβάνουν τις ελευθερίες τις οποίες τους εγγυάται, αυτή η εξαίρεση πρέπει να παραμείνει κενή.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ