ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ*

Το μετέωρο συνταγματικό βήμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο οποίος αναπτύχθηκε μέσω της «Καθημερινής» για δώδεκα εβδομάδες, με τη δημοσίευση του σχεδίου ενός καινοτόμου συντάγματος για την Ελλάδα και την αρθρογραφία από ικανό αριθμό διακεκριμένων προσώπων από τον χώρο της επιστήμης και της πολιτικής, δημιούργησε ένα ρεύμα ενδιαφέροντος για το ζήτημα αυτό. Εως την ολοκλήρωση του αφιερώματος αυτού συνέβησαν σημαντικά γεγονότα που άμεσα ή έμμεσα επηρεάζουν σε επίπεδο εθνικής και υπερεθνικής πολιτικής πράξης την προοπτική της αναθεώρησης: νέος εκλογικός νόμος, δημοσίευση των βασικών αξόνων της κυβερνητικής πρότασης για τη συνταγματική αναθεώρηση, συθέμελη ανατάραξη στα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την απόφαση του εκλογικού σώματος στο Ηνωμένο Βασίλειο για έξοδο από την Ενωση. Ο διαδραμών χρόνος επιτρέπει την εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων τόσο για το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η σχετική διαδικασία από την κοινωνία και το πολιτικό προσωπικό της χώρας.

Συμπέρασμα πρώτο: Ελλείπει μια βασική κοινή θεώρηση για τη φυσιολογία της επικείμενης αναθεώρησης. Στο επίπεδο του εύρους της αναθεώρησης αναπτύσσεται μια ριζοσπαστική και μια συντηρητική τάση. Η ριζοσπαστική τάση υποστηρίζει δομικές και διάχυτες αλλαγές, ώστε να αποκτήσει το πολίτευμα μεγαλύτερη ισορροπία για να αντιμετωπίσει τις καινοφανείς προκλήσεις – μια θεσμική επανεκκίνηση μετά τη μεταπολίτευση. Η συντηρητική τάση υποστηρίζει μόνον σημειακές αλλαγές στο Σύνταγμα με το σκεπτικό ότι όλα –ή τουλάχιστον τα περισσότερα– λειτούργησαν καλά, ακόμη και την εποχή της κρίσης, απαντώντας στους ριζοσπάστες, στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου συνταγματικού ρεαλισμού, ότι οι αδρανείς δομές των θεσμών στην Ελλάδα δεν προσφέρονται για ρηξικέλευθες λύσεις. Για ορισμένους η επίτευξη του στόχου της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ενωση λειτουργεί ως θεσμική κάθαρση κάθε παθολογίας που αφορά στο υπερσυγκεντρωτικό και πελατειακό κράτος, στον άκριτα πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό, στη στατική διοίκηση και στον πολιτικό μεσσιανισμό.

Συμπέρασμα δεύτερο: Υπάρχει ένας μάλλον μικρός κοινός τόπος διατάξεων που όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να υπάρξει αναθεωρητική παρέμβαση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτός αφορά τον περιορισμό των πολιτικών προνομίων (ευθύνη υπουργών και βουλευτική ασυλία), τη σύμμετρη ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και την αναβάθμιση του νομοθετικού και, κυρίως, ελεγκτικού έργου της Βουλής. Αντιθέτως, καίρια ζητήματα φαίνεται να μένουν μακριά από το επίκεντρο του αναθεωρητικού διαλόγου ή να προκαλούν ένταση και τριβές, όπως η διοίκηση, η δικαιοσύνη, η ανάπτυξη, η φορολογία, και η παιδεία.

Συμπέρασμα τρίτο: Η αναθεώρηση φαίνεται να μπαίνει στον πολιτικό μύλο των ευκαιριακών ωφελημάτων και του ανέξοδου λαϊκισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι προτάσεις για την καθιέρωση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος για την άκαιρη εκπλήρωση του αριστερού οράματος, αγνοώντας την πιο επιτακτική σήμερα από ποτέ ανάγκη σταθερότητας της διακυβέρνησης της χώρας, και για τη διεύρυνση των δημοψηφισμάτων ως αντιπροσωπευτική πανάκεια σε μια εποχή που τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων είτε αγνοούνται είτε απασφαλίζουν την ευρωπαϊκή συνοχή. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τον λόγο ύπαρξης της οποίας συχνά αγνοούμε ή δεν επικαλούμαστε για λόγους ίδιων συμφερόντων, η συμμετοχή των πολιτών διασφαλίζεται πρωτίστως σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών, δήμων και περιφερειών, και όχι σε λαϊκή συμμετοχή που παρέχει νομιμοποίηση σε ανέξοδες προεκλογικές εξαγγελίες ή σε προειλημμένες αποφάσεις που διατυπώνονται με τη μορφή τενχητών μανιχαϊστικών διλημμάτων.

Σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη καμπή για τον τόπο, η παρουσία της επιστημονικής κοινότητας στη συζήτηση της αναθεώρησης είναι σημαντική και η ευθύνη της αναλογικά πολύ μεγαλύτερη. Οφείλει να εκτεθεί με θετικές προτάσεις που θα αντιμετωπίζουν καταγεγραμμένες παθολογίες του πολιτεύματος και όχι να λιθοβολεί χωρίς να εισφέρει καμία απολύτως θέση, κρυπτόμενη πίσω από ένα πέπλο θνήσκουσας επιστημονικής αυθεντίας ή πολιτικής υποταγής. Η κρίσιμη, εντούτοις, απόφαση ανήκει στην πολιτική τάξη της χώρας.

Τυχόν επιλογή της πλειοψηφίας να ενεργοποιήσει την αναθεωρητική διαδικασία για μικρό μόνο αριθμό άρθρων, και δη μη κομβικών για το μέλλον της χώρας αλλά μόνο πολιτικά συμβολικών, θα προεξοφλεί την αποτυχία της αναθεώρησης, όπως συνέβη το 2008. Ολες οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις θα πρέπει με γενναιότητα να αφήσουν τον στείρο διάλογο και να προχωρήσουν με γνήσια διαβουλευτική διάθεση, δεχόμενες να αποστούν από στείρες ιδεολογικές θέσεις και παρωχημένα σύμβολα. Η συζήτηση για την αναθεώρηση οφείλει να αποτελέσει το εφαλτήριο αναβάθμισης του πολιτικού λόγου στο φυσικό φόρουμ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη Βουλή, και όχι να συντελεστεί μέσω αντισυνταγματικών δημοψηφισμάτων ή δελτίων λαϊκών προτάσεων που παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές της χώρας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια για νέα χαμένη ευκαιρία.

* Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νομικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ