Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Πάνω στο ψέμα δεν χτίζονται ζωές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι νόημα έχει ένα σχόλιο για την «Επίσημη ιστορία», μια αργεντίνικη ταινία του 1985, του Λουίς Πουένσο, που στην εποχή της απέσπασε πολλά βραβεία (ανάμεσά τους και το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας), αποκαταστάθηκε ψηφιακά και επαναπροβάλλεται από αυτήν την εβδομάδα. Αναφέρεται στην Αργεντινή του 1983, αμέσως μετά την πτώση της στυγνής στρατιωτικής δικτατορίας, και κεντρική ηρωίδα είναι η Αλίσια, μια μητέρα ενός υιοθετημένου πεντάχρονου κοριτσιού που διδάσκει Ιστορία σε σχολείο στο Μπουένος Αϊρες.

Αναρωτήθηκα γιατί, εκτός από το –καταγεγραμμένο ούτως ή άλλως– κινηματογραφικό ενδιαφέρον, δεν θα ήθελα να αναφερθώ, για άλλη μία φορά, στο αδιαμφισβήτητο κόστος που έχει ένα δικτατορικό καθεστώς σε μια χώρα και στην κοινωνία μας. Μου φαινόταν προφανές.

Ομως η «Επίσημη ιστορία» έχει την επίδραση του ήσυχου δράματος. Κυκλοφορεί υποδόρια, συγκινεί και υποβάλλει, γιατί, ενώ οι ήρωες πλέουν ακόμη, σαν υπνωτισμένοι, στον πολιτικό ζόφο που διχάζει και καταστρέφει, προσπαθώντας να ανακτήσουν τον βηματισμό τους, αφυπνίζονται βίαια μόλις αντιληφθούν ότι πάνω στο ψέμα δεν χτίζονται ζωές. Μπορεί η πεντάχρονη Γκάμπι να είναι κόρη ενός «εξαφανισμένου» από το καθεστώς ζευγαριού, ένα από τα δεκάδες παιδιά που αρπάχθηκαν από τις φυλακές και τις βιολογικές μητέρες τους και δόθηκαν για υιοθεσία; Μήπως ο άντρας της ήταν συνεργάτης και καταδότης του καθεστώτος; Γιατί η καλύτερη της φίλη συνελήφθη και βασανίστηκε; Πώς διδάσκει η ίδια την επίσημη Ιστορία στους έφηβους και υποψιασμένους μαθητές της; Και η ηλικιωμένη γυναίκα –πιθανώς γιαγιά του κοριτσιού– που διαδηλώνει κι αυτή μαζί με άλλες στην Πλατεία του Μάη (σ.σ.: οι γνωστές ως Madres de Plaza de Mayο διαδήλωναν επί δεκαετίες αναζητώντας τα «εξαφανισμένα» παιδιά τους); Γίνεται μέρος της καθημερινότητάς της, μοιράζονται και οι δυο γυναίκες την ίδια συντριβή και το ίδιο αδιέξοδο: η μία γιατί έχασε ό,τι είχε, η άλλη γιατί υποδύεται μια κανονικότητα που δεν της ανήκει. Οταν το ανακαλύπτει, το δίλημμα είναι αμείλικτο.

Πώς μπορεί να μπαίνει κανείς «στα παπούτσια» ενός άλλου ανθρώπου – και μάλιστα δολοφονημένου, να υφαρπάζει ό,τι του ανήκει και ύστερα να αρμενίζει ανέμελος στη ζωή; Οχι, δεν γίνεται, απαντάει ο σκηνοθέτης. Η Ιστορία εκδικείται όσους την παραποιούν ή εθελοτυφλούν για να αντέξουν το βάσανο της μνήμης. Την επόμενη μέρα μιας δικτατορίας κανείς δεν είναι ασφαλής· το τραύμα του ενός είναι αλληλένδετο με το τραύμα του άλλου που μπορεί να είναι σύζυγος, φίλος, αδελφός. Η αφήγηση των γεγονότων είτε είναι προπαγανδιστική είτε προσαρμόζεται στις συμβάσεις ή είναι φορτισμένη τόσο που αναφομοίωτη παγιδεύει τον ίδιο τον αφηγητή. Η ενοχική απώθηση γεννάει μόνο στρίμωγμα και ανελευθερία. Συσσωρεύει βάρη που συντρίβουν στο τέλος, είτε ομολογηθούν είτε όχι.

Ο Λουίς Πουένσο υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ψέμα χωρίς ρωγμή, που αργά ή γρήγορα θα γίνει άβυσσος. Ο εφιάλτης μιας δικτατορίας δεν έχει ημερομηνία λήξης. Δεν διαφαίνεται τουλάχιστον. Ανακυκλώνεται διαρκώς. Κι αν όχι στα τραγικά και μεγάλα (φυλακίσεις, βασανιστήρια, θανάτους), αφού κάποια στιγμή η γενιά που έζησε τα χρόνια εκείνα φεύγει από τη ζωή, επιβιώνει στα μικρά, στα ίχνη. Σε φωτογραφίες, σε ένα γράμμα, σε μια σημείωση, σε ένα αντικείμενο, σε μια κούτα ξεχασμένη στην ντουλάπα. Η Ιστορία είναι πανταχού παρούσα και όσο δεν αποκαθίσταται, τόσο επιστρέφει ενδυναμωμένη, αναζητώντας τον ζωτικό της χώρο.

Κάποιες από τις «μητέρες της πλατείας του Μάη» επιστρέφουν ακόμη στην πλατεία, γερασμένες, με λευκά μαντίλια στο κεφάλι. «Τρελές από αγάπη, τρελές από πόνο, τρελές από δίψα για δικαιοσύνη, κι αυτή η τρέλα δεν θα γιάνει έως ότου αποδοθεί δικαιοσύνη», διαδήλωσαν και το καλοκαίρι του 2016. Το αδικαίωτο γεννάει παραφροσύνη. Οι «αγνοούμενοι» της Ιστορίας είναι βασανιστικά παρόντες στις ζωές των δικών τους, στην κοινωνία της χώρας τους.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ