ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εντείνεται η κόντρα μεταξύ ΔΝΤ και Κομισιόν για την Ελλάδα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔΝΤ

Απαντήσεις σε τέσσερις ερωτήσεις σχετικά με τις θέσεις που δημοσιοποίησε πριν από λίγες ημέρες το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για την κατάσταση στην Ελλάδα, έδωσε χθες το Ταμείο με νέα ανάρτηση στο ιστολόγιό του. Επί της ουσίας, το ΔΝΤ απαντά στις διαρροές της Κομισιόν, η οποία αμφισβητούσε τους υπολογισμούς του για τις συντάξεις και τη φορολογία στην Ελλάδα.

Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΝΤ έδωσε χθες τις εξής απαντήσεις:

1. Στο ερώτημα αν είναι δίκαιος ο ισχυρισμός ότι οι μισοί Ελληνες φορολογούμενοι εξαιρούνται από τη φορολογία του εισοδήματος: «Βεβαίως, κατά ένα μεγάλο μέρος, επειδή ακριβώς τόσο πολλοί φορολογούμενοι εξαιρούνται από τη φορολογία εισοδήματος, οι συνολικοί φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα είναι τόσο αντιπαραγωγικά υψηλοί. Μιλώντας με αριθμούς, τα δεδομένα από τις ελληνικές αρχές και από την Eurostat δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς μισθωτούς εξαιρούνται από την καταβολή οποιουδήποτε φόρου ατομικού εισοδήματος στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (με εξαίρεση την Ελλάδα), που είναι 8%. Οπως σημειώσαμε, η απόρροια αυτής της στενής φορολογικής βάσης στη φορολογία ατομικού εισοδήματος είναι ότι οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα είναι μη-βιώσιμα υψηλοί σε όλο τους το φάσμα, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τη φορολογία του εισοδήματος, αλλά επίσης και τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και άλλους φορολογικούς συντελεστές (ΦΠΑ, Φόρος Εισοδήματος Εταιρειών, κλπ.)».

2. Για το ότι δεν διεύρυνε σημαντικά τη φορολογική βάση η φετινή μεταρρύθμιση στη φορολογία του εισοδήματος: «Το επιχείρημα ότι το αφορολόγητο όριο στην Ελλάδα είναι κατάλληλο επειδή είναι στα ίδια ποσά σε ευρώ με αυτά της υπόλοιπης Ευρωζώνης, κατά την άποψή μας, είναι μια εντελώς ακατάλληλη σύγκριση γιατί αγνοεί το γεγονός ότι τα επίπεδα του εισοδήματος στην Ελλάδα είναι σχετικά χαμηλά. Η Ελλάδα παραμένει μια στατιστικά ακραία εκτροπή στην Ευρώπη ακόμη και μετά την πρόσφατη μεταρρύθμιση, η οποία έχει κάνει μόνο μία οριακή διαφορά:

• Η μεταρρύθμιση μείωσε τους μισθωτούς που βρίσκονται κάτω από το χαμηλότερο όριο του αφορολόγητου μόνο κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, από 55% σε 52%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με εξαίρεση την Ελλάδα, που είναι 8%.

• Ως αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης, η αναλογία του επιπέδου του κατώτατου ορίου του αφορολογήτου προς τον μέσο μισθό μειώθηκε μόνο κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, από 54% στο 49%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με εξαίρεση την Ελλάδα, που είναι 24%.

3. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι οι συνταξιοδοτικές παροχές στην Ελλάδα είναι χαμηλότερες από ό,τι στη Γερμανία: «Οι αριθμοί δεν παρέχουν μια ακριβή εικόνα, πρώτον, διότι δεν βασίζονται σε άτομα με παρόμοια χαρακτηριστικά, και δεύτερον, γιατί δεν κάνουν διορθώσεις για τις εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Για παρόμοιους εργαζομένους –για παράδειγμα, με 45 χρόνια ασφαλιστικών εισφορών– οι συντάξεις είναι σχεδόν ταυτόσημες σε ονομαστικούς όρους (1.287 ευρώ στη Γερμανία και 1.152 ευρώ στην Ελλάδα). Ομως, ακόμη πιο σημαντικά, για να λάβουν υπόψη τους οι εμπειρογνώμονες τα σχετικά εισοδήματα κατά την αξιολόγηση των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, πρώτα θα κοιτάξουν την αναλογία της μέσης πρώτης σύνταξης προς τον μέσο μισθό κατά τη συνταξιοδότηση (γνωστή επίσης ως “μεικτός δείκτης αντικατάστασης”). Αυτή η αναλογία είναι 81% στην Ελλάδα, σχεδόν στα διπλάσια επίπεδα απ’ ό,τι στη Γερμανία (43%), γεγονός που δείχνει ένα πολύ γενναιόδωρο συνταξιοδοτικό σύστημα. Και ενώ οι στοχευμένες κοινωνικές πληρωμές είναι όντως υψηλότερες σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ένα από τα κύρια σημεία του blog μας ήταν ότι η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα να αναδιαρθρώσει τα δημόσια οικονομικά της για να μπορέσει να ενισχύσει τις δαπάνες στις πληρωμές αυτού του είδους».

4. Στους πρώτους εννέα μήνες του 2016 τα ποσοστά είσπραξης των τεσσάρων κύριων φόρων αυξήθηκαν σε 81% από το 77% το 2015: «Αυτός ο ισχυρισμός είναι λανθασμένος διότι βασίζεται σε έναν στενό προσδιορισμό και σε δεδομένα μόνο από μικρό αριθμό φόρων. Τα ποσοστό των εισπράξεων με βάση έναν διευρυμένο προσδιορισμό είναι 37% για τους πρώτους εννέα μήνες της φετινής χρονιάς (ίδιο με το ποσοστό του 2015)».

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ