ΒΙΒΛΙΟ

«Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» και οι βερσιόν της λαϊκότητας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΠΟΙΗΣΗ. Ποπ, λαϊκό ή έντεχνο; Τέτοια –παράδοξα εκ πρώτης όψεως– διλήμματα αναδύονται σε κάθε ποιητική συλλογή της Γλυκερίας Μπασδέκη (γενν. 1969). Στις μέχρι τώρα τρεις καταθέσεις της, η ποιήτρια (και ενεργή θεατρική συγγραφέας πια) ποζάρει με διαφορετικά ρούχα σε κάθε στροφή της σελίδας. Βολεύεται με την ίδια ευκολία στο «λαϊκό» παράπονο, στη νοηματική στιβαρότητα του εντέχνου και στη ρυθμική ποπ εκφραστικότητα.

Είναι ίσως στα όρια του επιτρεπτού να παρουσιάζει κανείς μία ποιήτρια έτσι. Ωστόσο, ο λόγος της, ειδικά στην πρόσφατη συλλογή της «Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» (εκδ. Bibliothèque), είναι σαν μουρμουρητό σε ένα τρανζιστοράκι, το οποίο, στα ενδιάμεσα των τραγουδιών, αφηγείται μιαν ιστορία. Τι ιστορία, όμως; Στη «Θεόδωρο Κολοκοτρώνη» (ναι, είναι στο θηλυκό γένος) είναι μια γυναίκα –ή, πιο σωστά, ένας άνθρωπος που τυγχάνει να είναι γυναίκα– που βολτάρει μεταξύ όσων παρατηρεί στον έξω κόσμο και εκείνων που κουβαλάει στον δικό της, ξύνοντας τις πληγές της – σόι, φίλοι, εραστές· τι άλλο;

Η γλώσσα που διατρέχει τη «Θεόδωρο Κολοκοτρώνη» παραδίδει τις ποιητικές βερσιόν της λαϊκότητας, της δραματικότητας αυτού που η θεωρία ονόμασε Ελληνα μικροαστό. Κι όμως, αυτό που πάντα κερδίζει στο μεγάλο σορτάρισμα είναι το «γεγονός» ότι η Γλυκερία Μπασδέκη παραμένει πάντοτε ποιήτρια: ένα υπερταξικό, χωρίς ταμπέλες «γεγονός», που μετατρέπει τις «λαϊκές» λέξεις σε ποιήματα. Το ίδιο που μετασχηματίζει τον λυγμό σε καθαρογραμμένη έκθεση με θέμα: Τι είδα από το μέχρι τώρα πέρασμά μου από τον μάταιο τούτο κόσμο; Ισως και η αναφορά της λέξης «έκθεση» κινείται στα όρια του επιτρεπτού για τη «Θεόδωρο Κολοκοτρώνη». Εν προκειμένω, η έκθεση δεν είναι πρόλογος-κυρίως θέμα-επίλογος με μια δήθεν επίκληση στο συναίσθημα. Είναι το ίδιο το συναίσθημα· εκείνο που γράφει τους στίχους: πριν τον μηνίσκο/ πριν το ουρικό/ πριν σκάσει μύτη το τσικό/ και πάρεις δρόμο// τώρα που όλο φτου και φτου/ τώρα που τρέχει η γλωσσοφαγιά/ και πιάνει ακόμα η μπογιά σου// πριν πέσεις κι άλλη Εθνική/ να μ’ αγαπήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ