ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το δίλημμα των θεσμών στην κυβέρνηση

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντιμέτωπη με την κοινή απαίτηση των πιστωτών να λάβει άμεσα όσα μέτρα χρειάζονται προκειμένου να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα το ΔΝΤ βρίσκεται από την Πέμπτη η κυβέρνηση. Και μάλιστα, χωρίς να περιμένει σημαντικά «αντισταθμιστικά οφέλη» στο χρέος ή στους δημοσιονομικούς στόχους.

Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές που έχουν άμεση εμπλοκή στις διαβουλεύσεις, οι επικεφαλής των θεσμών στη συνάντηση που είχαν με τους κ. Τσακαλώτο και Χουλιαράκη πριν από το Eurogroup ήταν κατηγορηματικοί: ο μόνος τρόπος για να κλείσει η αξιολόγηση είναι να παραμείνει το ΔΝΤ και για να παραμείνει το ΔΝΤ πρέπει να νομοθετηθούν τώρα τα μέτρα του 2019. Επιπλέον, πρέπει να κλείσουν τα υπόλοιπα εκκρεμή ζητήματα της αξιολόγησης, κυρίως τα εργασιακά και τα ενεργειακά. Κι όλα αυτά έως το Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου, γιατί μετά αρχίζουν οι εκλογικές αναμετρήσεις σε διάφορα κράτη-μέλη.

Ουσιαστικά, οι θεσμοί έθεσαν στην Αθήνα το εξής δίλημμα: ή παίρνει τα μέτρα τώρα, κλείνει την αξιολόγηση και κερδίζει τη διατήρηση του θετικού momentum στην οικονομία και την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή θα το κάνει τον Μάιο, υπό την πίεση των άδειων ταμείων αλλά και με την οικονομία επιβαρυμένη από την παρατεταμένη αβεβαιότητα.

Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο Ευρωπαίο αξιωματούχο, η «προσφορά» των πιστωτών δεν φαίνεται να συνοδεύεται από σημαντικά «αντίδωρα» στους δημοσιονομικούς στόχους ή στο χρέος. Η Γερμανία επιμένει ακόμη σε πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ επί μία 10ετία και αντιτίθεται στον καθορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Αυτό δεν σημαίνει πάντως ότι τελικά ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν θα κάνει κάποιες υποχωρήσεις, αλλά όπως έχει συμβεί επανειλημμένως στο παρελθόν, φροντίζει να είναι οι ελάχιστες δυνατές και την ύστατη στιγμή, αφού οι αντισυμβαλλόμενοι έχουν κάνει τις μέγιστες παραχωρήσεις.

Δηλαδή, είναι ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρξει κάποια περαιτέρω εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων, ώστε να μπορέσει να τα ενσωματώσει στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους το ΔΝΤ και κυρίως η ΕΚΤ για να εγκρίνει το QE. Ο ίδιος Ευρωπαίος αξιωματούχος υποστηρίζει ότι εάν η κυβέρνηση δεχθεί να θεσμοθετήσει τώρα τα μέτρα για το 2019 και μετά ώστε να καταστεί αξιόπιστη η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ, η ανάλυση βιωσιμότητας χρέους του ΔΝΤ θα αλλάξει σημαντικά. Σημειώνεται ότι το βασικό σενάριο της ανάλυσης βασίζεται στην υπόθεση ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ. Σε βάθος 40 - 45 χρόνων η διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα και μόνο από αυτό είναι μεγάλη.

Στην κυβέρνηση αντιλαμβάνονται ότι είναι, πλέον, αναπόφευκτη η ψήφιση δύσκολων μέτρων. Κυβερνητικός αξιωματούχος έλεγε όλα θα εξαρτηθούν από το συνολικό πακέτο των απαιτήσεων του ΔΝΤ. Ενδεχομένως μάλιστα το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι καν τα προληπτικά μέτρα που θα εφαρμοστούν, αν χρειαστεί, το 2019. Σύμφωνα με το αφήγημα της κυβέρνησης, δεν θα χρειαστεί, αφού η οικονομία και ο προϋπολογισμός πηγαίνουν καλύτερα από τις εκτιμήσεις. Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 και μετά την έκτακτη παροχή προς τους συνταξιούχους διαμορφώνεται πάνω από το 1,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου.

Υπάρχουν όμως άλλες απαιτήσεις του ΔΝΤ, οι οποίες μπορεί να φέρουν σε πολύ δύσκολη θέση την κυβέρνηση, όπως η αύξηση του ορίου των απολύσεων ή η κατάργηση κάθε περιορισμού στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας. «Τι θα γίνει αν θέλουν αύξηση του ορίου των απολύσεων από το 5% στο 10% ή στο 15%;», λέει το κυβερνητικό στέλεχος.

Τις αμέσως επόμενες ημέρες, το οικονομικό επιτελείο θα προσπαθήσει να διαπιστώσει τι θεωρούν εκ των ων ουκ άνευ το Ταμείο και οι άλλοι θεσμοί. Ως προς τη θεσμοθέτηση προληπτικών δημοσιονομικών μέτρων για το 2019, θα διερευνήσουν τη δυνατότητα να τα εντάξουν στο νέο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, που ψηφίζεται από τη Βουλή, ώστε να μην υπάρξει ξεχωριστό νομοσχέδιο. Σε αυτή την περίπτωση θα επιδιώξουν να κινηθούν στην ίδια λογική που είχε ο «αυτόματος κόφτης». Δηλαδή, τα μέτρα να είναι κατά τα 2/3 από την πλευρά των δαπανών και κατά το 1/3 από το σκέλος των εσόδων.

Στο σκέλος των δαπανών να προβλέπεται, μεταξύ άλλων, μείωση των συντάξεων και του αφορολογήτου και στα έσοδα αύξηση του ΦΠΑ. Ανάλογα με το μέγεθος της απόκλισης (π.χ. 0,5% ή 1% του ΑΕΠ) θα προβλέπεται προκαθορισμένο ποσοστό μείωσης του αφορολόγητου ορίου και των συντάξεων, καθώς και προκαθορισμένα μέτρα ενίσχυσης των εσόδων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ