ΒΙΒΛΙΟ

Δοξολογία για τις λιακάδες και τις φουρτούνες της ζωής

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ

Ο Σωλ Μπέλοου γελάει κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης το 1997, στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης.

ΣΩΛ ΜΠΕΛΟΟΥ
Οι περιπέτειες του Ωγκι Μαρτς
μτφρ.: Μιχάλης Μακρόπουλος
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 864

Δεν μπορώ να φανταστώ καταλληλότερη εποχή για να διαβάσει κανείς τις «Περιπέτειες του Ωγκι Μαρτς» του Σολ Μπέλοου. Παρότι εκδόθηκε πρώτη φορά στην Αμερική πριν από 63 χρόνια, αυτή η μακροσκελής, ουρανομήκης δοξολογία για τις λιακάδες και τις φουρτούνες του ανθρώπινου βίου λειτουργεί ως φίλτρο που αυξάνει το κοντράστ ανάμεσα στη σφύζουσα, ακτινοβόλα ζωντάνια της καθημερινής εμπειρίας και τα μουντά, κλειστοφοβικά οικοσυστήματα των ψηφιακών αντιγράφων της. Ακολουθώντας κατά πόδας τον ονομαστό πια Ωγκι Μαρτς στις ραψωδίες των περιπλανήσεών του εντός και εκτός της γενέθλιας πόλης του Σικάγου, ο Ελληνας αναγνώστης δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια γεώτρηση στο υπέδαφος της καθημερινότητας, το καλυμμένο με συντρίμμια κοινωνικής μιζέριας και terabytes διαδικτυακής σύγχυσης, αναζητώντας τη λογοτεχνική φλέβα που θα τον συνδέσει με ετερόφωτες φαντασιώσεις για τις παλιότερες εποχές όπου υποτίθεται ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα και απλούστερα. Αντιθέτως, θα μετάσχει σε ένα δαιδαλώδες αλλά ανάλαφρο, γεμάτο εμπόδια αλλά αισιόδοξο ταξίδι ενηλικίωσης ενός ήρωα που ωριμάζει στα χρόνια της Μεγάλης Υφεσης, δηλαδή σε μια εποχή που δεν ήταν λιγότερο σκληρή από τη σημερινή, προερχόμενος από μια κάθε άλλο παρά προνομιούχα εβραϊκή οικογένεια.

Το ταξίδι αυτό δεν είναι μια καταβύθιση στα λασπώδη υποστρώματα της μοιρολατρίας με αφορμή τα δεινά μιας περιόδου, αλλά εκτόξευση στις διαχρονικές σταθερές της ανθρώπινης εμπειρίας. Και είναι τραγουδισμένο με μια αστραφτερή, τρισδιάστατη πρόζα που σπανίζει στα μυθιστορήματα των ημερών μας, σε ένα ιδίωμα καμωμένο από έναν πακτωλό εκφραστικών σχημάτων στις επιφάνειες των οποίων αντανακλώνται οι διαθέσεις και τα συναισθήματα που μπορεί να αισθανθεί κάποιος από τα παιδικά έως τα νεανικά του χρόνια. Οπως και οι σκέψεις, από τις ταπεινές και τις επιπόλαιες έως τις μεγαλόπνοες και τις υπαρξιακές, που μπορεί να κάνει ένα άτομο σαν τον Ωγκι, που αποκτά μεν τα περισσότερα εφόδια για τη ζωή από την εκπαίδευσή του στους δρόμους, ωστόσο μεγαλώνοντας καλλιεργεί πνευματικές αναζητήσεις ως εκκολαπτόμενος λόγιος.

Ο ρόλος του πατέρα

Ο Μπέλοου αφιέρωσε το μυθιστόρημά του στον πατέρα του, μια εριστική προσωπικότητα, που περιφρονούσε την ενασχόλησή του με το γράψιμο. Αν όμως στη θέση της αφιέρωσης υπήρχε κάποιο ρητό εν είδει μότο του κειμένου, αυτό θα έπρεπε να είναι η ρήση του Ηράκλειτου «Ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι το πεπρωμένο του», που παραθέτει ο συγγραφέας στην αρχή και προς το τέλος του βιβλίου. Κι ας λέει μονάχα τη μισή αλήθεια για τον χαρακτήρα του Ωγκι· την άλλη μισή θα συμπληρώσουν οι συναναστροφές του με τους θυμόσοφους φίλους του, τους καραβοτσακισμένους συγγενείς του, τις μοιραίες και ατίθασες ερωμένες του, καθώς και τους συναδέλφους στις πολυάριθμες δουλειές που θα κάνει: το πεπρωμένο του Ωγκι είναι οι χαρακτήρες που τον διαμόρφωσαν. Οπως η αυταρχική γιαγιά Λάους, υπό την άγρυπνη εποπτεία της οποίας η παιδική του ηλικία μοιάζει με σπουδή στην ενοχή. Ή ο κτηματομεσίτης, ιδιοκτήτης μπιλιαρδάδικου, κομπιναδόρος, άτυπος διοικητής της γειτονιάς, φιλόσοφος της ζωής και ερωτύλος, Αϊνχορν, ο πρώτος πάτρονας του Ωγκι που μαζί με έναν θίασο εξίσου απίθανων χαρακτήρων θα αλλάξουν τα μυαλά του ήρωά μας με τις εκκεντρικές συμπεριφορές και τις εξεζητημένες κοσμοθεωρίες τους.

Το ίδιο σημαδιακή για τη διάπλασή του θα αποδειχθεί η σχέση με τον αδερφό του, Σάιμον, που επίσης θα περάσει από χίλια κύματα. Ο Σάιμον θα είναι ο πρώτος από μια σειρά από χαρακτήρες που σαν άλλα Γκόλεμ θα ξυπνήσουν από τον μακάριο ύπνο τους για να σταθούν στα πόδια τους και να περπατήσουν σε αρκετά μυθιστορήματα του Μπέλοου χάρη στις εντολές που έχει αφήσει ο συγγραφέας στο στόμα του πήλινου ομοιώματος του αδερφού του στην πραγματική ζωή, Μώρι Μπέλοου. Οπως ο Μώρι, έτσι και ο Σάιμον, έχοντας περάσει από ένα σωρό δουλειές του ποδαριού, παντρεύεται μια πλούσια γυναίκα και, επενδύοντας σωστά τα χρήματά της, καταφέρνει να γίνει εκατομμυριούχος. Οσο πιο στέρεα εδραιώνει τη θέση του στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους του Σικάγου, τόσο πιο ανελαστικός στέκεται απέναντι στις επιλογές του Ωγκι, επιπλήττοντάς τον διαρκώς για την έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Μώρι φρόντιζε να υποβαθμίζει τις συγγραφικές επιτυχίες του διάσημου αδερφού του, ακόμη κι όταν εκείνος βραβεύτηκε με το Νόμπελ. Η σχέση ανάμεσα στον Ωγκι και τον Σάιμον εκλύει την ίδια σαρωτική δραματουργική ένταση που εκπέμπουν και τα τιτάνια ρεαλιστικά θεατρικά έργα της εποχής, όπως το «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» με τους αδερφούς Ταϊρόν.

Οι «Περιπέτειες του Ωγκι Μαρτς», το παρθενικό αμερικανικό μυθιστόρημα στον 20ό αιώνα όπου οι λαϊκές και οι λόγιες εκφράσεις λογίστηκαν ως ισάξια ατομικά στοιχεία για την κατασκευή περίτεχνων γλωσσικών εξισώσεων, υπήρξε και το βιβλίο στο οποίο αποκαλύφτηκαν με κάθε επισημότητα δύο από τις σημαντικότερες αρετές του Εβραιοαμερικανού νομπελίστα. Πρόκειται για τις αριστοτεχνικές προσωπογραφίες των ηρώων του και τους απαράμιλλους εσωτερικούς ή μεγαλόφωνους μονολόγους των πιο φαντασμένων ή μορφωμένων ανάμεσά τους.

Στις πρώτες, αρκεί η στιγμιαία αποτύπωση της λάμψης ενός βλέμματος ή μια μικρή περιγραφή για τις κινήσεις των χειλιών, για να φανερώσει ρωγμές στην επιφάνεια ενός φαινομενικά ατάραχου προσώπου, ανοίγοντας διόδους προς την ανταριασμένη ψυχοσύνθεση του ατόμου. Ενώ όσον αφορά τους μονολόγους, όταν κάποιος δορυφόρος επιχειρεί να νουθετήσει τους πιο εύπιστους κι εύπλαστους πρωταγωνιστές, είτε αυτός είναι ο Ωγκι Μαρτς είτε ο Τόμι Ουίλχελμ τού «Αδραξε τη μέρα», μπορεί να διατυπώσει την πιο ευφυή παραίνεση ή την πιο εξωφρενική σοφιστεία, κάνοντας τον αναγνώστη να μην μπορεί να αποφανθεί εάν το πρόσωπο που μιλάει είναι αγύρτης ή διάνοια ή και τα δυο μαζί. Ενώ όταν κάποιος σαν τον Χέρτσογκ του ομώνυμου μυθιστορήματος φιλοσοφεί χωρίς έρμα για την κατάστασή του και τη ζωή γενικότερα, τα όρια ανάμεσα στην ιδιοφυΐα και την παραφροσύνη θολώνουν.

Ο Μπέλοου κατάφερε καλύτερα ίσως από κάθε άλλον Αμερικανό συγγραφέα του 20ού αιώνα να μεταφράσει το τρεμούλιασμα της ύπαρξης σε τραύλισμα και μουρμουρητό του Λόγου. Είμαστε όντα που μιλάμε συνέχεια. Κατηγορούμε, σαρκάζουμε, διαφωνούμε. Μιλάμε από μέσα μας, μιλάμε φωναχτά, με τις σιωπές μας. Θρηνούμε, γκρινιάζουμε, ψιθυρίζουμε, μονολογούμε. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε μέχρι τη στιγμή που θα πάψουμε να σκεφτόμαστε;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ