ΒΙΒΛΙΟ

Τσβάιχ - Ροτ, το καλοκαίρι μιας φιλίας

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Στην Οστάνδη, ο Στέφαν Τσβάιχ (αριστερά) και ο Γιόζεφ Ροτ μοιράζονται μαζί το τελευταίο ξένοιαστο καλοκαίρι της προπολεμικής Ευρώπης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΦΟΛΚΕΡ ΒΑΪΝΤΕΡΜΑΝ
Οστάνδη 1936
μτφρ.: Μαρία Αγγελίδου
εκδ. Αγρα, σελ. 196

Και μόνο ο υπότιτλος του βιβλίου «Στέφαν Τσβάιχ - Γιόζεφ Ροτ, το καλοκαίρι πριν από το σκότος» θα αρκούσε στον επαρκή αναγνώστη για να συνειδητοποιήσει το «εκρηκτικό» περιεχόμενο αυτής της λογοτεχνικής βιογραφίας, που συνέθεσε ο Γερμανός δημοσιογράφος Φόλκερ Βάιντερμαν (γενν. 1969) και διαβάζεται σχεδόν σαν μυθιστόρημα. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που επαληθεύεται η γνωστή ρήση πως τις καλύτερες σελίδες τις γράφει η ίδια η ζωή.

Το δυσοίωνο καλοκαίρι του 1936, καθώς η Ευρώπη βυθίζεται όλο και περισσότερο στο ναζιστικό σκοτάδι, στη φαινομενική ανάπαυλα που επιτάσσει η Ολυμπιάδα του Βερολίνου, μια παρέα αυτοεξόριστων συγγραφέων βρίσκει την ευκαιρία να κάνει κι αυτή διακοπές στην Οστάνδη, παραθαλάσσιο θέρετρο του Βελγίου, αγαπημένο προορισμό όχι μονάχα των καλλιτεχνών, αλλά και των τελευταίων εκπροσώπων της προπολεμικής αριστοκρατίας. Ανάμεσά τους, δύο Αυστριακοί πολίτες, εβραϊκής καταγωγής, φίλοι παθιασμένοι, προπάντων διάσημοι πεζογράφοι: ο Στέφαν Τσβάιχ και ο Γιόζεφ Ροτ.

Εμπορικός και διάσημος

Ο Τσβάιχ είναι εκείνη την εποχή ο πιο εμπορικός γερμανόφωνος συγγραφέας στη διεθνή αγορά, διάσημος όσο τουλάχιστον και ο νομπελίστας Τόμας Μαν. Τα βιβλία του, μεταφρασμένα σε τουλάχιστον είκοσι γλώσσες, κυκλοφορούν σε όλον τον κόσμο. Ομως το 1936, έχοντας εγκαταλείψει οριστικά τη φιλοναζιστική γενέθλια πόλη του και την πρώτη του σύζυγο, πληροφορείται την απαγόρευση των βιβλίων του στη Γερμανία. Εν τούτοις διατηρεί ακέραιη τη μεγάλη του περιουσία, ενώ η σχέση του με τη νεαρή γραμματέα του Λότε εξελίσσεται σε ρομαντικό ειδύλλιο.

Από την άλλη, ο αλκοολικός και πάντα βλάσφημος Εβραίος Γιόζεφ Ροτ έχει ήδη πάρει την κάτω βόλτα. Του απομένουν μονάχα τρία χρόνια ζωής και παρά τις προκαταβολές που εξασφαλίζει από τους εκδότες του δεν μπορεί πια να ολοκληρώσει ούτε ένα διήγημα. Νοσταλγεί την παλιά Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και τη μοναρχία, μα δεν συντάσσεται με τον εθνικισμό και τον φασισμό. Αυτοεξόριστος, γυρίζει από χώρα σε χώρα, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, χωρίς να βρίσκει ασφαλές καταφύγιο πουθενά. Οταν αποδέχεται την πρόταση του Τσβάιχ να περάσουν μαζί τους καλοκαιρινούς μήνες, βρίσκεται λίγο πριν από την κατάρρευση.

Οι «απαγορευμένοι»

Στην Οστάνδη δεν θα είναι μόνοι τους. Γύρω τους συνωθούνται διάσημοι και «απαγορευμένοι» λογοτέχνες: ο Εγκον Κις, ο Ερνεστ Τόλερ, ο Αρθουρ Κέστλερ, ο Χέρμαν Κέστεν. Επίσης ανερχόμενοι αστέρες που επιζητούν την εύνοιά τους, αλλά και νεαρές κοπέλες, θαυμάστριες της ευφυΐας τους, που διαισθητικά αντιλαμβάνονται τον επερχόμενο κίνδυνο και προσπαθούν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους.

Σχηματίζεται έτσι στο παράκτιο βουλεβάρτο, με τις καμπίνες, τις ομπρέλες και τα πολυτελή μπιστρό, ένας πολύγλωσσος θίασος «όμορφων και καταραμένων» δημιουργών, διακεκριμένες μορφές της κεντροευρωπαϊκής ελίτ, που ατενίζουν τη θάλασσα με ένα μείγμα συγκίνησης κι ανησυχίας, απόλαυσης και φόβου, γιατί γνωρίζουν πως σε τούτη την ακροθαλασσιά δεν είναι τουρίστες, αλλά φυγάδες, εξόριστοι, πρόσφυγες - παραθεριστές, με ημερομηνία λήξεως. Η μόνη πατρίδα που τους έχει απομείνει είναι η μητρική τους γλώσσα.

Η Οστάνδη είναι καταφύγιο ή φάκα; Παράδεισος ή ο προθάλαμος της Κόλασης; Ο Φόλκερ Βάιντερμαν θέτει τα ερωτήματα, αλλά αφήνει να απαντήσουν τα γεγονότα. Στο βιβλίο του, φιλοτεχνεί με χιούμορ και στοχαστική ενάργεια τα πορτρέτα των δύο πρωταγωνιστών, που μοιράζονται μαζί το τελευταίο ξένοιαστο καλοκαίρι της προπολεμικής Ευρώπης και της ζωής τους, ενώ δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει διαρκώς πως στον ορίζοντα τα μαύρα σύννεφα διαρκώς πληθαίνουν. Ολα τα νέα που φτάνουν στην παρέα των παραθεριστών είναι από άσχημα έως απογοητευτικά. Η ελάχιστη άμυνα που τους απομένει είναι ο έρωτας και η λογοτεχνία. Κι αυτό τουλάχιστον κάνουν ο Τσβάιχ κι ο Ροτ.

Με παρέα...

Ο πρώτος γράφει ακατάπαυστα στο δωμάτιό του, με τη βοήθεια της αφοσιωμένης Λότε, και ο δεύτερος στα ατμοσφαιρικά μπιστρό, με τη συμπαράσταση της νεαρής πεζογράφου Ιρμγκαρντ Κόιν. Το καλοκαίρι του 1936, ο χρόνος για τους δύο φίλους έχει για λίγο «παγώσει», τους δίνει έτσι την ευκαιρία μιας τελευταίας ανάσας πριν από την άβυσσο.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ