ΒΙΒΛΙΟ

Μια συμφωνία για την Αθήνα

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
Κλεινόν. Μυθιστορίες για την Αθήνα
εκδ. Μελάνι, σελ. 176

Γιάννης Ευσταθιάδης, πολύτροπος και πολύπλαγκτος συγγραφέας, αφιέρωσε στην Αθήνα ένα βιβλίο θερμό, εξομολογητικό, ένα βιβλίο άκρας οικονομίας και βαθιάς καλλιέργειας, γεμάτο αποχρώσεις, υπαινιγμούς, απροσδόκητες συνδέσεις ζωής και τέχνης. Εδωσε τον λόγο στους ανθρώπους που την περπάτησαν –συγγραφείς και καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες και επιστήμονες, καθημερινούς ανθρώπους, σε όσους, δηλαδή, αποτελούν το «πνευματικό φύραμα» μιας πόλης, όπως θα έλεγε ο Ερασμος–, σ’ εκείνους που από όπου ετάχθησαν, τα γήπεδα, το πιλοτήριο ενός αεροπλάνου, το τιμόνι ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου, το σανίδι ενός βαριετέ, τις εστίες μιας κουζίνας, εισφέρουν τις ψηφίδες που θα φτιάξουν το πολύχρωμο μωσαϊκό μιας πόλης αγαπημένης και αβάσταχτης, όμορφης και ανεπίστρεπτα φθαρμένης.

Ο Ευσταθιάδης έγραψε ένα βιβλίο νοσταλγικό. Ο τόπος αυτός, για τον συγγραφέα, είναι η Αθήνα: παιδί, έχει κάνει ποδήλατο στην έρημη Σταδίου τις Κυριακές, έχει ζήσει σε μια σαγρέ προπολεμική πολυκατοικία στην καρδιά της, έχει περάσει ώρες στα καφενεία της, έχει κόψει χιλιόμετρα, όπως θα λέγαμε κοινώς, στους δρόμους της. Αλλά η νοσταλγία του, παρότι ορατή, δεν είναι εξιδανικευτική, μυθοποιητική. Η Αθήνα που ανακαλεί δεν είναι ο τόπος του ευσεβούς πόθου, εκ των υστέρων εξωραϊσμένος, αλλά της βιωμένης εμπειρίας. Και αυτή τη βιωμένη εμπειρία, που μπορεί να είναι –και είναι συχνά– και διανοητική, τη μεταγγίζει στο βιβλίο του με τον τρόπο της μουσικής, με τη μέθοδο της αντίστιξης.

Να τι θέλω να πω: στο βιβλίο του, ο Γιάννης Ευσταθιάδης αφήνει να συνηχήσουν ταυτόχρονα πολλές και διαφορετικές φωνές-μαρτυρίες των αυθιστορουμένων προσώπων που ο ίδιος ανεβάζει στη σκηνή του αθηναϊκού τοπίου· να συνηχήσουν, διατηρώντας η κάθε μία την αυτοτέλειά της, χωρίς να κυριαρχεί ή υποβιβάζεται από τις υπόλοιπες. Κι έτσι κατασκευάζει, θα έλεγα, μια αθηναϊκή συμφωνία, ένα πλούσιο, πολυφωνικό έργο, με υλικό του τις ανθρώπινες μορφές, τις ιστορίες τους και την Ιστορία. Ο Ευσταθιάδης αρχιτεκτονεί τα αισθήματα και τις ανθρώπινες μορφές πίσω απ’ αυτά. Τους έρωτες και τις φιλίες. Τις μνήμες.

Η αντιστικτική του κατασκευή επεκτείνεται στις αναφορές από τα λογοτεχνικά κείμενα άλλων, παλαιότερων και νεότερων, που παρατίθενται πριν από κάθε αυθιστόρηση και λειτουργούν σαν προανάκρουσμα των όσων θα ακολουθήσουν. Δεν είναι αυτονόητη η σύνδεση, κάθε άλλο· δεν πρόκειται για ελεύθερο συνειρμό, αλλά για στοχαστικό εντοπισμό μιας βαθύτερης συγγένειας, ενός υπαινικτικού δεσμού. Ο Παλαμάς, ας πούμε, ο οποίος στο «Κλεινόν» μιλάει σαν άγαλμα, κακοποιημένο, συλημένο, μαυρισμένο από τα γκράφιτι, εισάγεται με ένα μικρό απόσπασμα από το «Λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη που μιλάει για το γλυκύ άρωμα των νεραντζιών στην Οδό Ακαδημίας και όχι με στίχους παλαμικούς, όπως ας πούμε εκείνον τον περίφημο Υμνο στην Αθήνα, που τελειώνει με το δίστιχο «Ομως σ’ εσέ το θρόνο μου αιώνια θεμελιώνω/ και ρίζωσ’ η αγάπη μου στα χώματά σου μόνο». Αντίστιξη στην αντίστιξη, εδώ: γιατί η οικειότητα που γεννά στον Αθηναίο το άρωμα των ανθισμένων νερατζιών, αντιπαρατίθεται στην ξενότητα στην οποία είναι καταδικασμένος ο ποιητής – και γιατί διάλεξε ένα δρόμο δικό του, ξεχωριστό, και γιατί οι άλλοι, στο βάθος, ποτέ δεν θα μπορέσουν να τον καταλάβουν.

Αν όμως ο Παλαμάς μιλάει στο βιβλίο ως άγαλμα, ο Γιαννούλης Χαλεπάς αυτοπαρουσιάζεται, ύστατος, ως γλύπτης. Ο δημιουργός της Κοιμωμένης θα διαφωνήσει με το απόσπασμα του συγγραφέα που τον εισάγει, του Τίτου Πατρίκιου, από το βιβλίο του «Πειρασμός της νοσταλγίας», στο οποίο ο ποιητής γράφει πως οι μπετονένιες ταράτσες της πόλης είναι τόσο γεμάτες με εγκαταλελειμμένα πράγματα, ώστε δεν επιτρέπουν να κατέβει όχι μόνο ένας άγγελος αλλά ούτε καν ένας αλεξιπτωτιστής. «Κι όμως εδώ, στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας, κατεβαίνουν άγγελοι», θα μονολογήσει ο Χαλεπάς, καθώς περιδιαβαίνει τους δρόμους του Κοιμητηρίου μέσα στην άκρα σιωπή της νύχτας. Και όμως, άγγελοι κατεβαίνουν ακόμη στην Αθήνα, θα πούμε κι εμείς, με τη μορφή βιβλίων – και τέτοιων βιβλίων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ