ΠΟΛΗ

Στα ανεμοδαρμένα ύψη της Αθήνας

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Από το Αστεροσκοπείο προς την πλατεία της Αγίας Μαρίνας, στο Θησείο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

​​Η παρόρμηση να αλλάξω διαδρομή καθώς είχα μόλις αφήσει πίσω μου το Μουσείο της Ακρόπολης με οδήγησε στα υψώματα της Αθήνας. Ηταν μια κρυστάλλινη, διαυγής χειμωνιάτικη μέρα, ηλιόλουστη με παγωμένο αέρα. Ηθελα να φτάσω στον σταθμό του Θησείου και αντί να ακολουθήσω τη συντομότερη διαδρομή κατά μήκος της Αποστόλου Παύλου, έστριψα αριστερά, μετά το Ηρώδειο προς τον Αγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη. Από εκεί με περίμενε η πευκόφυτη Αθήνα των λόφων, γεμάτη αρχαία μυστικά και σπήλαια, πουλιά και αγριόχορτα, μονοπάτια και ανηφοριές, με τον χειμωνιάτικο αέρα να δίνει φτερά στα πόδια.

Είναι απίστευτο πώς μέσα σε δύο λεπτά αλλάζει παντελώς η αίσθηση της πόλης, του τοπίου της και της ίδιας της ιδέας που έχουμε για τον εαυτό μας. Από τον λόφο του Φιλοπάππου ώς την Πνύκα και τον Λόφο των Νυμφών προς το Αστεροσκοπείο και την κάθοδο προς το Θησείο, η Αθήνα άλλαζε διαρκώς ως αίσθηση, ήταν μυρωμένη, νοτισμένη, αρχέγονη και κρυπτική. Δοκιμάστε τη διαδρομή για να απολαύσετε και το σημείο όπου έχοντας την είσοδο της Πνύκας στα δεξιά, αρκεί να στρέψετε το βλέμμα αριστερά και να δείτε ανάμεσα στα πεύκα την έξοδο προς τον Σαρωνικό και στο κέντρο να διακρίνεται το στέγαστρο στο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Νιάρχου. Είναι ένα παλίμψηστο η αθηναϊκή εμπειρία, με μεγάλη γκάμα αισθαντικότητας, από το εγκαταλελειμμένο περίπτερο του Πικιώνη δίπλα στον Αγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη μέχρι το Αστεροσκοπείο στα πλατώματα του Λόφου των Νυμφών. Εκεί, στον περίγυρο του Αστεροσκοπείου και έχοντας περάσει σε ένα τοπίο εντελώς εξοχικό από συστάδες πεύκων και ανοίγματα προς την πόλη, χυμένη γύρω από τους λόφους της, η κατηφόρα προς την πλατεία της Αγίας Μαρίνας είναι μονόδρομος. Ακολουθείτε, αναγκαστικά, ένα μονοπάτι, έχοντας στο αριστερά σας τη μάντρα του Αστεροσκοπείου. Εκεί, επιβράδυνα για να ρουφήξω τον αέρα καθώς η θέα προς τα σπίτια του Θησείου μού υπενθύμισε πόσο κοντά ήταν η σύγχρονη ζωή. Αν άπλωνα το χέρι μου θα άγγιζα τα κεραμίδια της Αγίας Μαρίνας, εκκλησίας του Μεσοπολέμου, χτισμένης πάνω σε παλαιότερο ναό, που και αυτός πιθανώς είχε χτιστεί σε αρχαιότερα ίχνη. Κατηφόριζα, με τον αέρα να κυματίζει γαλανόλευκες και να σείει τα πεύκα, και τη μικρή πλατεία στο βάθος ολόγυρα στην Αγία Μαρίνα σαν να έχει ξεκολλήσει από σελίδα αναγνωστικού βιβλίου. Ηταν στέρεος ο βράχος κάτω από τα πόδια μου και καθώς κατηφόριζα στην πόλη, άλλαζαν οι κλίμακες και τα μεγέθη, δυνάμωναν οι ήχοι της γειτονιάς και άρχισαν να ακούγονται ομιλίες, παντζούρια, μηχανάκια. Οταν έφτασα στην πλατεία της Αγίας Μαρίνας είχα όλη τη μικρογραφία μιας αθηναϊκής εικονογραφίας, με όλα τα σύμβολα: δίπατα σπίτια, γλάστρες, αυλές μισοκρυμμένες, γάτες σε περβάζια, σημαιοστολισμένος ναός. Ηταν η επιτομή μιας αθηναϊκότητας που σπάνια συναντά κανείς τόσο ζωντανή και εναργή. Παραδόξως είχα την αίσθηση πλατείας σε ένα νησί. Βοηθούσαν ο καθαρός αέρας, τα μικρά σπίτια, η συμπύκνωση μιας Ελλάδας στερεότυπης αλλά φευγαλέας. Εικόνες από την Ανδρο ή τον Αργοσαρωνικό μπλέκονταν με όλα όσα είχα μπροστά μου σε αυτήν την όμορφη πλατεία του Θησείου. Λίγο πιο κάτω έστριψα αριστερά την όμορφη οδό Ακάμαντος για να δω, στο νούμερο 10, το μονώροφο παλιό σπίτι, ανοιχτό σαν μικρή κυψέλη, με την επιγραφή «Κηροπλαστική, Γ. Εμ. Σκιαδάς & Σία, έτος ιδρύσεως 1898».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη