ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Κολμ Τομπίν: «Εβαλα στην πρόζα μια κρυφή μελωδία...»

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

«Μπρούκλιν»: σκηνή από την πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά (2015) του ομότιτλου μυθιστορήματος του Κολμ Τομπίν (κάτω).

Οταν πριν από λίγα χρόνια το «Μπρούκλιν» του Κολμ Τομπίν κυκλοφόρησε στα αγγλικά, ο συγγραφέας είπε σε μια συνέντευξή του: «Ο Τζον Μακ Γκάχερν μου δίδαξε πως το να γράφει κανείς για το ίδιο θέμα κατ’ επανάληψη, δεν είναι πρόβλημα». Για την ιρλανδική λογοτεχνία, που διαθέτει πλούσια παράδοση και εξίσου δυναμικό παρόν, ο Τζον Μακ Γκάχερν είναι ίσως ο σημαντικότερος συγγραφέας μετά τον Σάμουελ Μπέκετ. Σε αυτή τη σειρά των μεγάλων Ιρλανδών λογοτεχνών ανήκει σίγουρα και ο Τομπίν, γι’ αυτό δεν φάνηκε σε κανέναν αταίριαστη η αναφορά του στον «δάσκαλο» Μακ Γκάχερν. Αλλωστε και οι δύο στα μυθιστορήματά τους καταπιάνονται και ανατέμνουν με μεγάλη σχολαστικότητα αλλά και τρυφερότητα τη ζωή της χώρας τους έτσι όπως τη βιώνουν οι απλοί άνθρωποι.

Στο «Μπρούκλιν», κεντρική ηρωίδα είναι ένα νεαρό κορίτσι, η Εϊλις. Γεννημένη και μεγαλωμένη σε μια μικρή ιρλανδική επαρχιακή πόλη τη δεκαετία του 1950, προσπαθεί να στηρίξει τη φτωχή οικογένειά της που αποτελείται μόνον από γυναίκες, αναζητώντας μάταια δουλειά.

Η απόφασή της να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, θα την οδηγήσει στις ΗΠΑ, σε ένα ταξίδι προσωπικής ωρίμανσης. Το συγκεκριμένο βιβλίο, που έχει ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο με τον ίδιο τίτλο, γεννήθηκε στο μυαλό του συγγραφέα του παράλληλα με ένα άλλο, τη «Νόρα Γουέμπστερ».

Η Νόρα και η Εϊλις

Στην πραγματικότητα, ο Τομπίν είχε προχωρήσει μόλις μερικές σελίδες την ιστορία της Νόρας, όταν η Εϊλις τού επέβαλε την παρουσία της. Και αυτός δεν την εγκατέλειψε μέχρι που ολοκλήρωσε τη συγγραφή της. Στην Ελλάδα, η κυκλοφορία του βιβλίου «Νόρα Γουέμπστερ» έχει προηγηθεί χρονικά. Είναι μια σχετικά νέα γυναίκα και μητέρα τεσσάρων παιδιών, που ζει σε μια μικρή ιρλανδική πόλη στα νοτιοανατολικά της χώρας, τέλη της δεκαετίας του 1960. Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου είναι σαφές ότι έχασε πρόσφατα τον αγαπημένο σύζυγό της, ότι το περιβάλλον της επαρχιακής πόλης και οι συγγενείς τής συμπαραστέκονται για τη βαριά απώλεια, ότι τα παιδιά της είναι σαστισμένα, ότι η τακτοποιημένη καθημερινότητά της έχει ανατραπεί.

Με τον τρόπο της η Νόρα θυμίζει την Εϊλις: είναι δύο γυναίκες με την ίδια καταγωγή που σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής τους αναλαμβάνουν πρωτοβουλία. Οι ενέργειές τους τις φέρνουν αντιμέτωπες με τον περίγυρο και τον εαυτό τους. Οι προσεκτικοί αναγνώστες θα παρατηρήσουν επίσης ότι στην αρχή της ιστορίας της Νόρας, η μητέρα της Εϊλις κάνει ένα σύντομο πέρασμα, που αποδεικνύει τη στενή σύνδεση των δύο μυθιστορημάτων.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο ηρωίδες είναι ότι, ενώ η πιο νέα φεύγει από την Ιρλανδία, η άλλη δεν απομακρύνεται ποτέ από τον τόπο της. Είναι, όπως οι συμπατριώτες της, κολλημένη στον περιορισμένο κόσμο της επαρχίας με τις μικρές χαρές και τις διχόνοιες, την πλήξη και την απογοήτευση που ελλοχεύει. Ο Κολμ Τομπίν ξέρει να γράφει για τις γυναίκες. Οι πρωταγωνίστριές του έχουν ζωή που πάλλεται, ακόμη κι όταν δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να φτιάχνουν τσάι, ή να βάφουν το σπίτι τους.

Τις παρακολουθεί από τόσο κοντά, που σχεδόν τις ακούμε να αναπνέουν, ενώ παράλληλα περπατά δίπλα τους σε δρόμους που του είναι τόσο γνωστοί όσο η γειτονιά του. Το Ενισκορθι, η μικρή πόλη όπου γεννήθηκε και ο ίδιος. Εκεί όπου μεγάλωσε υπό την προστασία της χήρας μητέρας του. Αυτή είναι η Νόρα του ομώνυμου μυθιστορήματος, ένα θαυμάσιο σχόλιο πάνω στο γυναικείο πένθος και τη θλίψη. Οπως παραδέχεται ο Τομπίν, πρόκειται για το πιο αυτοβιογραφικό από όλα τα βιβλία του. «Το σπίτι, οι δρόμοι, η γειτονική ακτή, όλα υπήρχαν πολύ ζωντανά μέσα στο μυαλό μου. Θυμόμουν επίσης πολύ καλά τη μητέρα μου και τον μικρό μου αδερφό εκείνη την περίοδο. Επρεπε λοιπόν να κοσκινίσω και να αποστάξω τις αναμνήσεις μου για να δώσω μορφή στο μυθιστόρημα», είπε, απαντώντας σε μία από τις ερωτήσεις μας. Πόσο δύσκολο ήταν για έναν άντρα να εισχωρήσει στον εύφορο, αλλά συχνά κλειστό γυναικείο κόσμο;

«Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο γυναίκες», απάντησε. «Ακουγα προσεκτικά οτιδήποτε έλεγαν. Επιπλέον, η ίδια η φόρμα του μυθιστορήματος αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο για τη δραματοποίηση της ζωής των γυναικών. Πάρτε για παράδειγμα τον Γκιστάβ Φλομπέρ και τον Χένρι Τζέιμς. Αυτό είναι ένα μυθιστόρημα για τη ζωή στην επαρχία και βασικό του υλικό είναι η καθημερινή ζωή και οι συνηθισμένοι άνθρωποι».

Γνωστός για τη μαεστρία του να αναδεικνύει τις λεπτομέρειες και την αξία των φαινομενικά ασήμαντων πραγμάτων, ο Τομπίν απέδωσε τις αλλαγές στη ζωή των ηρώων του «χρησιμοποιώντας ασπρόμαυρο φιλμ, και όχι τεχνικολόρ». Τι σημαίνει αυτό; «Οτι έπρεπε να δουλέψω με τον ρυθμό και τη λεπτομέρεια», είπε. «Επρεπε να βάλω μια κρυφή μελωδία μέσα στην πρόζα που θα κρατήσει τον αναγνώστη και να επιλέξω λεπτομέρειες που να είναι ενδιαφέρουσες. Με άλλα λόγια, να δημιουργήσω ενθουσιασμό με μυστικούς τρόπους, με υπαινιγμούς.

Γράφω τα μυθιστορήματα φράση φράση. Το μόνο που κάνω είναι να βεβαιώνομαι ότι κάθε πρόταση έχει “κάτι”, κάτι πιθανόν μικρό αλλά όχι προφανές για τον αναγνώστη».

Οι συμπατριώτες του χαρακτηρίζουν τον Κολμ Τομπίν «τεχνίτη του ελάχιστου». Ειδικώς στη «Νόρα Γουέμπστερ», κανείς από τους ήρωες δεν ζει τίποτε σπουδαίο. Δεν κερδίζει τη λοταρία, ούτε ξενιτεύεται για την Αμερική, όπως τουλάχιστον συμβαίνει στο «Μπρούκλιν».

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο η αφήγηση είναι περισσότερο γραμμική και λιγότερο δραματική. Από την άλλη μεριά, η Εϊλις αποφασίζει να μπει σε περιπέτειες. Ξενιτεύεται, στην καινούργια της πατρίδα ερωτεύεται, και όταν το παρελθόν την καλεί να επιστρέψει, πρέπει να κάνει μια σοβαρή και επώδυνη επιλογή.

Στην ψυχή των χαρακτήρων

Περιγράφοντας την πλοκή του «Μπρούκλιν» τόσο περιληπτικά, ακούγεται σαν ένα παλιομοδίτικο αισθηματικό μυθιστόρημα. Εδώ αποδεικνύεται η δεξιοτεχνία του συγγραφέα και η μεγάλη του ικανότητα να μπαίνει βαθιά μέσα στη ψυχή των χαρακτήρων του. Σε ένα πρόσφατο κείμενό του δημοσιευμένο στο NY Magazine, λέει για την πρωταγωνίστριά του, που στην ομώνυμη ταινία υποδύεται αριστοτεχνικά η Ιρλανδή Σέρσια Ρόναν: «Η ιστορία ξεκίνησε για μένα βλέποντας τους Ιρλανδούς μετανάστες, που όπως η αδερφή της γειτόνισσάς μας, επέστρεψαν στην πατρίδα από την Αμερική. Ανθρωποι που είχαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από τους συμπατριώτες τους, άνθρωποι που έμοιαζε να απολαμβάνουν το επιδοκιμαστικό βλέμμα των άλλων καθώς διέσχιζαν περπατώντας την πόλη. Είχαν λευκά δόντια και ωραίο μαύρισμα. Πίστευαν πως η ζωή ήταν μικρή. Ετσι ήταν εύκολο να φανταστώ αυτή τη νεαρή Ιρλανδή μετανάστρια που ζούσε μέχρι τότε στη σκιά να μετατρέπεται σταδιακά σε έναν άλλο άνθρωπο, αρχές της δεκαετίας του 1950 στην Αμερική».

Η νεαρή Εϊλις του «Μπρούκλιν» χειραφετείται κυριολεκτικά στο κατάστρωμα ενός υπερωκεάνιου. Παρά τη μεγαλοπρέπεια της εικόνας, η στιγμή της ωρίμανσης είναι προσωπική και σύντομη, μια ελάχιστη κίνηση από τα έξω προς τα μέσα σαν αυτές που με δεινότητα στήνει ο Τομπίν. Είναι η επιλογή όχι ενός τόπου διαμονής, αλλά μιας ψυχικής πατρίδας.

Το ίδιο σχεδόν ανεπαίσθητο βήμα προς τη συνειδητοποίηση κάνει η Νόρα, που η σταδιακή ενασχόλησή της με τη μουσική θα τη στρέψει και πάλι προς τη χαρά. Στην πραγματική ζωή, η χήρα μητέρα του συγγραφέα, παρά τα δύσκολα οικονομικά της, αγόρασε κάποια στιγμή ένα στερεοφωνικό και πολλούς κλασικούς δίσκους. Ακούγοντας ξανά και ξανά το Τρίο για Πιάνο «Του Αρχιδούκα» του Μπετόβεν, κατάφερε να αντέξει την απώλεια, ή τουλάχιστον να ελαφρύνει λίγο το βάρος της.

Η «Νόρα Γουέμπστερ», εκτός των άλλων είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη και το τραύμα. Παρηγόρησε άραγε η συγγραφή τον δημιουργό του για τα δικά του τραύματα; «Δεν νομίζω», απάντησε. «Αλλά θεωρώ ότι η αποδοχή προσφέρει ανακούφιση. Και με κάποιο τρόπο κάθε ανάγνωση αποτελεί ένα είδος αποδοχής. Γνωρίζεις κάτι, ή περίπου το ξέρεις, αλλά ποτέ πλήρως. Διαβάζοντάς το, όμως, το βλέπεις πιο καθαρά από όσο το είχες ποτέ βιώσει».

​​Τα μυθιστορήματα «Νόρα Γουέμπστερ» και «Μπρούκλιν» του Κολμ Τομπίν κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ικαρος σε μετάφραση της Αθηνάς Ζαχαριάδου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ