ΒΙΒΛΙΟ

Οταν τα ίδια τα ονόματα γράφουν την ιστορία

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ*

Γουλιέλμος του Μπάσκερβιλ (Σον Κόνερι) και Αντσο του Μελκ (Κρίστιαν Σλέιτερ) στο «Ονομα του Ρόδου» του Ζαν-Ζακ Ανό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus
Από το ρόδο του χτες έμεινε το όνομα· δεν έχουμε παρά ονόματα κενά

Τον στίχο αυτό, που ανήκει στον Βερνάρδο του Κλινί και προέρχεται από το έργο του «De Contemptu Mundi», τον ανέσυρε από τον Μεσαίωνα ο Ουμπέρτο Εκο – ο οποίος «έφυγε» σαν σήμερα πριν από έναν χρόνο ακριβώς στο «Ονομα του Ρόδου» (1980). Εκτοτε, χρησιμοποιήθηκε κατ’ επανάληψη και με ποικίλες αφορμές στην παγκόσμια αρθρογραφία. Στη χώρα μας, όπου κατά τη δεκαετία του 1990 ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν την ελληνική κοινωνία ήταν η ιδιοκτησία του τοπωνυμίου της Μακεδονίας (και η ονομασία της ΠΓΔΜ/FYROM), ο στίχος του Βενεδικτίνου μοναχού του 12ου αιώνα φάνταζε παράξενα επίκαιρος – και εξακολουθεί να φαντάζει.

Στη ζωολογία και στη βοτανολογία, ο όρος «nomen nudum» δηλώνει μια επιστημονικοφανή ονομασία που χρησιμοποιήθηκε στην ταξινόμηση, η οποία ωστόσο κρίνεται πλέον επιστημονικά αδόκιμη σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρ, όπως αυτά έχουν καθιερωθεί από τον Διεθνή Κώδικα Ονοματολογίας.

Στη λογοτεχνία, πάλι, δεν ισχύει κάποιος σχετικός κώδικας για τα ονόματα και τους τίτλους των έργων. Διαβάζοντας πρόσφατα τη βιογραφία του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, γλωσσολόγου και συγγραφέα του «Χόμπιτ» και του «Aρχοντα των δαχτυλιδιών», στάθηκα σε μια φράση από συνέντευξή του στο BBC το 1971: «Δώστε μου ένα όνομα, κι εγώ θα σας φτιάξω μια ιστορία, αντίστροφα με ό,τι γίνεται συνήθως».

Μακρά λίστα

Το παράδειγμα του Τόλκιν είναι ιδιαίτερο· στο κάτω κάτω, μιλάμε για έναν συγγραφέα του φανταστικού, δημιουργό μιας πλήρους μυθολογίας, ο οποίος, στον ελεύθερο χρόνο του επινοούσε ανύπαρκτες γλώσσες· έτσι, από χόμπι. Υπάρχουν ωστόσο πλείστα παραδείγματα κορυφαίων λογοτεχνών που επέλεξαν για τίτλο του έργου τους ένα κύριο όνομα – ένα κύριο όνομα ανύπαρκτο, φανταστικό, επινοημένο από τους ίδιους. Γιατί άραγε; Τι ήταν αυτό που έκανε τον Τολστόι να δώσει στο αριστούργημά του «Aννα Καρένινα» το όνομα της ηρωίδας του, το οποίο δεν σημαίνει τίποτε απολύτως; Η λίστα είναι αρκετά μεγάλη, και περιλαμβάνει παγκόσμια αριστουργήματα, όπως «Τζέιν Eϊρ», «Εμμα», «Μαντάμ Μποβαρί», «Αδελφοί Καραμάζοφ», «Κυρία Ντάλογουεϊ», «Σίλας Μάρνερ», «Μαίρη Πόπινς» κ.ά. Ο Ντίκενς κρατάει τα πρωτεία, με κύρια ονόματα στον τίτλο τριών από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα: «Ολιβερ Τουίστ», «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» και «Νίκολας Νίκλμπι». Στους καθ’ ημάς, να αναφέρουμε ενδεικτικά τον «Λουκή Λάρα» του Βικέλα, τον «Μοσκώβ-Σελήμ» του Βιζυηνού, την «Κυρία Κούλα» του Κουμανταρέα, τη «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη (μιας και περιλαμβάνουμε την ποίηση, ας μην ξεχάσουμε τον «Ευγένιο Ονέγκιν» του Πούσκιν).

Βεβαίως, υπάρχουν και τίτλοι που περιλαμβάνουν, εκτός από το όνομα, μια λέξη ή κάποια ιδιότητα που αμέσως λέει μια ιστορία· ή, μάλλον, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και τον παρακινεί να διαβάσει το βιβλίο: στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να αναφέρουμε τον «Δον Κιχώτη της Μάντσα» (οι Ισπανοί αναγνώστες του 17ου αιώνα που γνώριζαν τη Μάντσα αντιλαμβάνονταν αμέσως την παραδοξολογία – την παρουσία ενός «Δον» σε μια φτωχική επαρχία, αιώνες μετά την εποχή των ιπποτών), τον αριστουργηματικό «Λόρδο Τζιμ» του Τζόζεφ Κόνραντ και την «Πάπισσα Ιωάννα» του δικού μας Εμμανουήλ Ροΐδη.

Αραγε, όταν ένας συγγραφέας διαλέγει να δώσει ως τίτλο στο έργο του το όνομα του κεντρικού του ήρωα, το κάνει από αμηχανία, γιατί δεν σκέφτηκε κάτι άλλο; Πρόκειται για λακωνικότητα, για μινιμαλισμό; Μήπως πασχίζει να αποφύγει να καθοδηγήσει a priori τον αναγνώστη με έναν τίτλο που κάτι σημαίνει; Ή, ίσως, το κύριο όνομα, το όνομα της ηρωίδας ή του ήρωα, λέει κάτι στον ίδιο τον συγγραφέα – ως ήχος, ως αίσθηση; Κι αν είναι έτσι, άραγε αυτή η αίσθηση προηγήθηκε, συνόδευε εξαρχής το επινοημένο όνομα (απόρροια μιας διαδικασίας κρυμμένης στο υποσυνείδητο του συγγραφέα, το οποίο πονηρά επέτρεψε πρώτα σε ένα «ασήμαντο» όνομα να αναδυθεί στην επιφάνεια) ή μήπως είναι (και) το αποτέλεσμα της επινοημένης ιστορίας του ήρωα; Οπως και να ’χει, φαίνεται πως, σε αυτήν την περίπτωση, ο ήρωας κατά κάποιον τρόπο «γράφει» τον συγγραφέα του – ή, έστω, τον καθοδηγεί. Φαίνεται, εν τέλει, ότι τα nomina των ηρώων της λογοτεχνίας δεν είναι και τόσο nuda.

Το ότι ένα άγνωστο κύριο όνομα δεν «σημαίνει» κάτι για όλους είναι βέβαιο – όπως βέβαιο είναι και το ότι είναι κατ’ αρχήν αντιεμπορικό ως τίτλος. Και για να επιστρέψουμε στον Εκο και στο «Ονομα του Ρόδου», ο ίδιος ο συγγραφέας έχει αφηγηθεί ότι ήθελε έναν εντελώς ουδέτερο τίτλο για το βιβλίο· η αρχική του επιλογή ήταν: «Ο Αντσο του Μελκ». Ο εκδότης όμως άσκησε βέτο κι έτσι, αντί για το όνομα του ήρωα, επελέγη «Το Ονομα του Ρόδου».

Ο Σαίξπηρ, πάντως, στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» έδωσε –με τη χαρακτηριστική αναγεννησιακή ορμή του– κατηγορηματική απάντηση στους μεσαιωνικούς (αριστοτελικούς) προβληματισμούς για το όνομα και το ρόδο: «Τι είναι όνομα; Αυτό που λέμε ρόδο / όπως και να το λέγαμε, θα μύριζε γλυκά». Εν προκειμένω, αυτό μάλλον σημαίνει ότι το μυθιστόρημα του Εκο θα πούλαγε ίσως λιγότερο με τον τίτλο που ο ίδιος είχε διαλέξει, αλλά θα παρέμενε αριστούργημα.

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι μεταφραστής.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ