ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αμήχανη επέμβαση της Δικαιοσύνης στις «φούσκες»

Της Εύας Καραμανώλη

Πριν από μερικά χρόνια η επέμβαση της Δικαιοσύνης σε χρηματιστηριακές υποθέσεις ήταν αδιανόητη. Σήμερα αποτελεί πραγματικότητα. Επτά χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη φορά που η Δικαιοσύνη επενέβη σε χρηματιστηριακή υπόθεση. Η αρχή έγινε με την υπόθεση της Λαυρεωτικής το 1994, ακολούθησε το σκάνδαλο της Δέλτα, η υπόθεση ΔΕΚΑ και κάπως έτσι φτάσαμε στην υπόθεση της Interamerican και τις μετοχές-φούσκες. Ωστόσο, μέχρι σήμερα καμία από αυτές τις πολύκροτες υποθέσεις δεν έχει κλείσει δικαστικά. Νομικοί κύκλοι αποδίδουν την καθυστέρηση που παρατηρείται στην περάτωση των χρηματιστηριακών υποθέσεων, στη γενικότερη καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης, ενώ άλλοι αναφέρουν πως οι λειτουργοί της Θέμιδος, αλλά και οι δικηγόροι δεν ήταν έτοιμοι για τέτοιου είδους παρεμβάσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η χρηματιστηριακή νομοθεσία προβλέπει ουσιαστικά ποινικές ευθύνες μόνο για ένα αδίκημα (αυτό της χειραγώγησης μετοχών), γεγονός που αναγκάζει τις ανακριτικές και λοιπές δικαστικές αρχές να προσφεύγουν σε ερμηνείες διατάξεων του Ποινικού Κώδικα για να απαγγείλουν κατηγορίες ή να συγκεκριμενοποιήσουν ποινικά τα αδικήματα.

Αυτό που τελικώς έχει συμβεί σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις δικαστικών υποθέσεων για «χρηματιστηριακά αδικήματα» είναι ότι προκαλείται μεγάλος θόρυβος και ένταση κατά την έναρξη των υποθέσεων και βαθμιαία το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ατονεί, ενώ οι αποφάσεις στις οποίες εν τέλει καταλήγουν τα δικαστήρια δεν δικαιολογούν καθόλου τον αρχικό θόρυβο.

Βέβαια η ατελέσφορη αυτή διαδικασία εκτυλίσσεται και με υπερβολικά αργό ρυθμό, όπως άλλωστε όλες οι δικαστικές υποθέσεις, με τελικό αποτέλεσμα είτε την ασυλία πραγματικών ενόχων είτε και τον διασυρμό αθώων που τελούν σε κατάσταση διαρκούς ομηρείας.

Η επόμενη μεγάλη υπόθεση

Η σημαντικότερη από τις υποθέσεις, που εκκρεμούν στο πλαίσιο της έρευνας για τις λεγόμενες μετοχές φούσκες αφορά την εταιρεία «Αθηναϊκές Συμμετοχές».

Η υπόθεση έχει μεγάλο ενδιαφέρον ανάλογο και της αλματώδους ανόδου, που σημείωσε η μετοχή της εταιρείας, που ξεκίνησε από μια μάλλον προβληματική κλωστοϋφαντουργία και μετά την εξαγορά της από «ομάδα επενδυτών» μετατράπηκε σε εταιρεία συμμετοχών.

Κινητήριος μοχλός του εγχειρήματος ο κ. Πωλ (Παύλος) Παπαδόπουλος, κυπριακής καταγωγής επενδυτής, που είχε δραστηριοποιηθεί και στις ΗΠΑ. Βασικοί μέτοχοι οι επίσης κυπριακής καταγωγής επιχειρηματίες Μίνως Κυριακού και Μιχάλης Παπαέλληνας, στους οποίους ανήκει η πλειοψηφία των μετοχών ενώ μικρά ποσοστά είχαν οι Ανδρέας Κορασίδης και Βαγγέλης Μυτιληναίος.

Η απογείωση της μετοχής και με μεγάλο όγκο συναλλαγών συνοδεύτηκε με ανακοίνωση σχεδίων, που αφορούσαν τη σύσταση τράπεζας, την επέκταση σε άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κ.ά.

Τελικά κανένα από τα σχέδια δεν υλοποιήθηκε και η επιχείρηση κατέγραψε σημαντικές ζημιές όπως και οι μέτοχοι που εμπιστεύτηκαν τα σχέδια αυτά.

Σύμφωνα με πληροφορίες η 19η τακτική ανακρίτρια Κωνσταντίνα Μπουρμπούλια, είναι έτοιμη να καλέσει σε απολογία τους υπεύθυνους της πολύκροτης υπόθεσης. Ωστόσο πιθανολογείται ότι η εμπλοκή ηχηρών ονομάτων στην υπόθεση, μπορεί να προκαλέσει πιέσεις που αποβλέπουν στην αφαίρεση του φακέλου από την ανακρίτρια.

Υπόθεση «Λαυρεωτική»: σκάνδαλο μέγα - ποινή... φωτοβολίδα!

Η «παρθενική» παρέμβαση της Δικαιοσύνης σε χρηματιστηριακή υπόθεση πραγματοποιήθηκε το 1994, όταν ξέσπασε το μεγαλύτερο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στη νεότερη ιστορία του χρηματιστηρίου, αυτό της «Λαυρεωτικής», το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το επενδυτικό κοινό να ζημιωθεί κατά 3,1 δισ. δρχ., ποσό τεράστιο, δεδομένου ότι τότε το χρηματιστήριο βρισκόταν σε νηπιακό στάδιο. Χρειάστηκαν περίπου πέντε χρόνια μέχρι η υπόθεση να εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό (11 κατηγορούμενοι) και άλλον ένα χρόνο μέχρι να εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό (8 κατηγορούμενοι).

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών τον περασμένο Ιανουάριο κατέληξε σε αθωωτική απόφαση για τους επτά εκ των οκτώ κατηγορουμένων, καταδικάζοντας μόνο τον βασικό κατηγορούμενο, αντικριστή της ΑΧΕ Βορείου Ελλάδος, Σπύρο Βαλδεσέρα, σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών και χρηματική ποινή ύψους δύο εκατομμυρίων δραχμών. Ωστόσο, η υπόθεση δεν θεωρείται ακόμη «λήξασα», καθώς ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου.

Η υπόθεση «άνοιξε» δικαστικά μετά τη μήνυση που είχε υποβάλει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε βάρος έντεκα ατόμων -αντικριστές, σύμβουλοι επιχειρήσεων κ.ά.- κατηγορώντας τους ότι χρησιμοποίησαν εμπιστευτικές πληροφορίες για την αγορά και την πώληση μετοχών επιχειρήσεως έπειτα από πρωτογενή γνώση, διασπορά ψευδών και ανακριβών πληροφοριών και χρήση παραπλανητικών μέσων κατά τη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου. Μετά την έκδοση σχετικού βουλεύματος από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών στο εδώλιο του τριμελούς Πλημμελειοδικείου κάθισαν ως κατηγορούμενοι οι: οι Σπύρος Βαλδεσέρας, αντικριστής της ΑΧΕ Β. Ελλάδος, Αλέξανδρος Φιλίππου, χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της ΑΧΕ Βορείου Ελλάδος, Φώτης Τζάθας, σύμβουλος επιχειρήσεων, Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, επιχειρηματίας, Ιωάννης Μασταγκάκης επιχειρηματίας, Δημήτρης Σταματελιάς, υπάλληλος της ΑΧΕ Β. Ελλάδος, Γιακουμής Γιακουμόπουλος, επενδυτής, Γ. Παπαγεωργίου, επιχειρηματίας, Χρ. Σιαμάντας, εκδότης και διευθύνων σύμβουλος της ΑΧΕ Β. Ελλάδος, Στέλιος Παπαγεωργίου, επιχειρηματίας και ο πολιτικός μηχανικός Κων. Κουβαράς.

Ο Σπ. Βαλδεσέρας κατηγορείται ότι την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1994 πληκτρολόγησε επανειλημμένως εντολές για την εξαγορά 660.000 μετοχών, αξίας 1,4 δισ. δρχ. στο όνομα K. Κουβαράς, γεγονός που προκάλεσε υποψίες. Οπως αποκαλύφθηκε δε αργότερα, επρόκειτο για εικονικές συναλλαγές.

Η δίκη σε πρώτο βαθμό διήρκεσε ενάμιση μήνα και κατέληξε σε αθωωτική απόφαση για τους Χρ. Σιαμαντά, Στ. Παπαγεωργίου και K. Κουβαρά, ενώ στους υπόλοιπους οκτώ κατηγορούμενους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 12-24 μηνών. Ενα χρόνο αργότερα στη δευτεροβάθμια δίκη, όλοι οι κατηγορούμενοι πλην του Σπύρου Βαλδεσέρα αθωώθηκαν.

Το σκάνδαλο με τη Δέλτα Χρηματιστηριακή

Δύο χρόνια μετά την υπόθεση της «Λαυρεωτικής», το 1996, ξέσπασε και νέο χρηματιστηριακό σκάνδαλο, με σημείο αιχμής αυτή τη φορά τη Δέλτα Χρηματιστηριακή και την αδυναμία της να εκπληρώσει υποχρεώσεις ύψους 2,4 δισ. δρχ. προς το Αποθετήριο. Σύμφωνα, μάλιστα, με δημοσιεύματα Τύπου εκείνης της περιόδου, βάσει των οποίων η Εισαγγελία διέταξε τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας, η Δέλτα Χρηματιστηριακή είχε εκδώσει δύο ακάλυπτες επιταγές σε διαταγή της Α.Ε. Αποθετηρίων Τίτλων, οι οποίες έγιναν η αιτία να δημιουργηθεί έλλειμμα 2,4 δισ. δρχ., να πληγεί η αξιοπιστία του ΧΑΑ και να απειληθούν τα συμφέροντα χιλιάδων μικροεπενδυτών και πολλών χρηματιστηριακών εταιρειών. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά την επέμβαση της Δικαιοσύνης και την άσκηση ποινικών διώξεων, η υπόθεση βρίσκεται εν αναμονή βουλεύματος από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, όπου έχει παραπεμφθεί η πρόταση της εισαγγελέως κ. Δέδε.

Συνολικά 180 άτομα κατηγορούνται ότι εμπλέκονται στο σκάνδαλο της Δέλτα, μεταξύ των οποίων ο πρώην πρόεδρος του ΧΑΑ κ. Ξανθάκης και οι υπεύθυνοι δέκα εταιρειών (Beta, Γιούροξ, Πετροπουλάκης, Ιονική, Δεβλέτογλου, Κομνηνός, Εθνική, Αβαξ, Πήγασος και Εμπορική). Ωστόσο η εισαγγελέας κ. Δέδε με πρότασή της προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ζητεί να παραπεμφθούν σε δίκη στο τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων οι Δημήτριος Αργυριάδης πρώην πρόεδρος της Δέλτα ΑΧΕ, Θεοφάνης Γραβάνης μέλος του Δ.Σ. της Δέλτα, Σπύρος Αλούπης -υπάλληλος του Αργυριάδη, ο Παναγιώτης Τρύφωνας επιχειρηματίας και ο υπάλληλός του Αγγελος Ντίκος. Και οι πέντε βαρύνονται με την κατηγορία της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και της πλαστογραφίας που υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια δρχ. Σημειώνεται ότι για τον κ. Παναγιώτη Τρύφων υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση για αθώωση.

Καταγγελίες για τη ΔΕΚΑ

Εχει περάσει πάνω από ένας χρόνος από τότε που ξεκίνησαν καταγγελίες αλλά και αλεπάλληλα δημοσιεύματα τύπου -μεταξύ αυτών και της «K»- που έκαναν λόγο για παρεμβάσεις της κρατικής εταιρείας ΔΕΚΑ αλλά και τριών τραπεζών της Αγροτικής, της Εμπορικής, και της Εθνικής, στη χρηματιστηριακή αγορά κατά την προεκλογική περίοδο, και σχεδόν ένας χρόνος από την ημέρα που οι εισαγγελείς Πλημμελειοδικών, κ. Δημήτρης Ασπρογέρακας και Ισίδωρος Ντογιάκος με αφορμή καταγγελίες, δημοσιεύματα του Τύπου, αλλά και παρεμβάσεις του τέως προέδρου της Ν.Δ. κ. Μιλτιάδη Εβερτ, ανέλαβαν τη διενέργεια «διπλής» προκαταρκτικής έρευνας -η οποία ακόμη βρίσκεται σε εξέλιξη- προκειμένου να διερευνηθεί η υπόθεση.

Τον περασμένο Ιούνιο, ο κ. Εβερτ στη μηνυτήρια αναφορά που είχε καταθέσει στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Παν. Δημόπουλο, αναφερόταν στις δραστηριότητες της κρατικής εταιρείας ΔΕΚΑ καταγγέλοντας ότι «η προσπάθειά της να στηρίξει προεκλογικά το χρηματιστήριο είχε αποτέλεσμα τη διασπάθιση 700 δισεκατομμυρίων δραχμών του ελληνικού λαού, γιατί τόσο της στοίχισε το παιχνίδι, καθώς και τη σύναψη δανείου 275 δισ., δρχ. με ενέχυρο μετοχές». Οι καταγγελίες αυτές προκάλεσαν εισαγγελική έρευνα για το ρόλο της ΔΕΚΑ, τη διενέργεια της οποίας ανέλαβε ο εισαγγελέας Δημ. Ασπρογέρακας.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, περί τα τέλη Ιουνίου, ο τέως πρόεδρος της Ν.Δ. κ. Μιλτ. Εβερτ προσέφυγε και πάλι στην Δικαιοσύνη, καταγγέλλοντας ότι στο παιχνίδι της χειραγώγησης των τιμών των μετοχών προεκλογικά, πέραν της ΔΕΚΑ, είχαν εμπλακεί και τρεις κρατικές τράπεζες, κατονομάζοντας την Αγροτική Εθνική και την Εμπορική, καθώς και τις θυγατρικές τους. Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας διέταξε και πάλι τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας προκειμένου να διερευνηθούν οι επενδυτικές δραστηριότητες των τριών τραπεζών και η έρευνα ανετέθη στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κ. Ισίδωρο Ντογιάκο.

Η εξαγορά της Interamerican Ζωής

Η εξαγορά του 75% της Interamerican Ζωής (η εισηγμένη στο ΧΑΑ Holding, εταιρεία του ομίλου) από τον όμιλο Eureko, ολλανδικών και πορτογαλικών συμφερόντων, έναντι του ποσού των 465, 3 δισ. αποτελεί μετά τις εξαγορές των τραπεζών Εργασίας και Ιονικής, τη μεγαλύτερη συμφωνία. Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στους οικονομικούς κύκλους και η μετοχή εκτοξεύθηκε στο limit up. Ακολούθησε κερδοσκοπικός παροξυσμός, καθώς η Eureko έκανε γνωστή την πρόθεσή της για την απόκτηση του 20,62% των μετοχών που κατέχουν ιδιώτες μέτοχοι, προσφέροντας το ποσό των 7,067 δρχ. ανά μετοχή, και όπως ήταν φυσικό μετά από ένα μακρύ διάστημα στασιμότητας και κακής πορείας του Χρηματιστηρίου, ακολούθησε καταιγισμός καταγγελιών.

Την ίδια κιόλας ημέρα με αφορμή τις καταγγελίες, που έγιναν από ιδιώτες μετόχους οι οποίοι έκαναν λόγο για πρόκληση ζημίας από την εξαγορά της Interamerican, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών κ. Ι. Σακελλάκος διέταξε τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας προκειμένου να διαπιστωθεί η βασιμότητα των καταγγελλομένων.

Η έρευνα, ανατέθηκε στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών κ. Δημήτρη Ασπρογέρακα, ο οποίος καλείται να διαπιστώσει αν για την εξαγορά της Interamerican τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες, εάν οι όροι ήταν επαχθείς και αν προκαλείται ζημία στους επενδυτές από την εξαγορά της.

Από τη γενική έρευνα μέχρι την προσωποποίηση των κατηγοριών

Πριν από δύο χρόνια, τον Ιούνιο του 1999, σύσσωμο το Χρηματιστήριο μπήκε «στο μάτι του κυκλώνα», όταν ο τότε προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών κ. Κολιοκώστας έδωσε εντολή για γενική έρευνα και διείσδυση εις βάθος στα άδυτα της Σοφοκλέους... Μετοχές-φούσκες, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και πιθανολογούμενες ευθύνες αρμοδίων οργάνων του ΧΑΑ σε έκνομες δραστηριότητες ήταν το αντικείμενο της πολύμηνης προκαταρκτικής έρευνας, η οποία ανετέθη στον εισαγγελέα Δημήτρη Ασπρογέρακα (τότε επόπτευε τις υπηρεσίες του ΣΔΟΕ). Αφορμή για την έρευνα στάθηκαν δημοσιεύματα του Τύπου αλλά και καταγγελίες που έκαναν λόγο για ύποπτα και περίεργα «παιχνίδια», αλλά και για πρόσωπα από τον χώρο του Χρηματιστηρίου που με διάφορες μεθοδεύσεις επιχειρούσαν να παραπλανήσουν και να εξαπατήσουν το επενδυτικό κοινό.

Ακολούθησαν έφοδοι από άνδρες του ΣΔΟΕ σε γραφεία εισηγμένων στο ΧΑΑ εταιρειών και η έρευνα κατέληξε στην άσκηση διώξεων κατά παντός υπευθύνου για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Η ανάκριση ανατέθηκε στην 19η τακτική ανακρίτρια κ. Κωνσταντίνα Μπουρμπούλια, η οποία τον περασμένο Δεκέμβριο προσωποποίησε τις κατηγορίες και άνοιξε ουσιαστικά πλέον τον κύκλο των ανακρίσεων.

Σήμερα δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της υπόθεσης έχει γίνει μεγάλη πρόοδος όσον αφορά τις ανακρίσεις γύρω από τις 23 εταιρείες με μετοχές-φούσκες. Συνολικά ενώπιον της 19ης τακτικής ανακρίτριας έχουν προσέλθει προκειμένου να απολογηθούν οι υπεύθυνοι επτά εισηγμένων εταιρειών στο ΧΑΑ (ΙΝΤΕΡΣΑΤ, ΕΡΓΑΣ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ, ΜΑΚ-ΛΩ, ΧΑΛΥΒΔΟΦΥΛΛΑ, ΕΣΚΙΜΟ) ο υπεύθυνος της χρηματιστηριακής εταιρείας Contalexis Financial Services, ο πρόεδρος και τα μέλη του πρώην Δ.Σ. του ΧΑΑ, καθώς και ο πρόεδρος και τα μέλη του πρώην Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Επιπλέον, οι δικογραφίες που αφορούν τις εταιρείες ΔΑΡΙΓΚ, ΒΙΟΣΩΛ, ΔΙΑΣ, ΑΤΕΜΚΕ και ΕΡΓΑΣ, έχουν κλείσει με αποστολή τυπικών κλήσεων από την ανακρίτρια, καθώς δεν προέκυψε διάπραξη αδικημάτων. Οι πέντε δικογραφίες εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο αναμένεται να εκδώσει βούλευμα που θα επικυρώνει την εισήγηση της ανακρίτριας, προκειμένου να κλείσουν και τυπικά. Οσον αφορά τις ανακρίσεις σχετικά με τις εταιρείες ΙΝΤΕΡΣΑΤ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ και ΑΤΤΙ-ΚΑΤ, αυτές έχουν ολοκληρωθεί και οι δικογραφίες βρίσκονται στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος αναμένεται να προτείνει για τα περαιτέρω.

Κορυφαίο σημείο των ανακρίσεων ήταν οι προφυλακίσεις των: Σταύρου Παπασταύρου, γενικού διευθυντή της Θεσσαλικής, Βασίλη Ζούλοβιτς, πρώην βασικού μετόχου της Μακλώ και Σαμ Φάις, επίσης πρώην βασικού μετόχου της Μακλώ, καθώς και το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε και εκκρεμεί σε βάρος του σύμβουλου επενδύσεων Δημήτρη Ράνιου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε προκειμένου να απολογηθεί για την κατηγορία της συνέργειας σε απάτη σχετικά με τη μετοχή της εταιρείας ΕΡΓΑΣ. Ειδικότερα, τον κύκλο των προφυλακίσεων άνοιξε στις 12 Μαρτίου ο Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος κατηγορείται για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Ο Βασίλης Ζούλοβιτς προφυλακίστηκε στις 23 Μαρτίου κατηγορούμενος για απάτη, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και παράβαση χρηματιστηριακής νομοθεσίας, ενώ μία ημέρα νωρίτερα για τις ίδιες κατηγορίες είχε προφυλακιστεί και ο Σαμ Φάις. Σήμερα και οι τρεις είναι ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους.

Εν τω μεταξύ η 19η τακτική ανακρίτρια συνέταξε κατηγορητήρια για τις εισηγμένες στο ΧΑΑ εταιρείες Σιγάλας, Εμπορικός Δεσμός, και Τασόγλου, καθώς και για τις χρηματιστηριακές εταιρείες Contalexis Financial Services και Ωμέγα οι υπέυθυνοι των οποίων αναμένεται να απολογηθούν. Η κ. Μπουρμπούλια σε συνεργασία με τον τεχνικό σύμβουλο κ. Γ. Βαρθαλίτη, διεξάγει επίσης, ανεξάρτητη από το ΣΔΟΕ, έρευνα σχετικά με τις εταιρείες Αθηναϊκές Συμμετοχές και Γενικές Αποθήκες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ