ΒΙΒΛΙΟ

Με πάθος και μόχθο

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
Πιάνω γραφή να γράψω...
Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι
εκδ. Αγρα, τόμοι δύο, σελ. 583, 821

​​Προϊόν αγάπης, πάθους και πολύχρονου μόχθου, το έργο του Παντελή Μπουκάλα για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι αποτελεί πρόσκληση συμμετοχής σε μια πολύ μακρά, πλούσια, πολύτροπη περιπλάνηση. Αρχισε με την πρόθεση δημιουργίας ενός τόμου δέκα δοκιμίων-κεφαλαίων για την ανώνυμη ελληνική ποίηση και κατέληξε στον σχεδιασμό μιας μεγαλεπήβολης σειράς δέκα και περισσότερων βιβλίων. Από αυτά έχουμε σήμερα στα χέρια μας τους δύο πρώτους τόμους «Οταν το ρήμα γίνεται όνομα. Η “αγαπώ” και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών» (2016) καθώς και «Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση» (2017).

Με ασφάλεια παρατηρούμε πως, παλεύοντας να ανταποκριθεί στο εκ προοιμίου χαμένο στοίχημα τού να αντιληφθεί τα κρυφά πώς και γιατί της ανώνυμης δημιουργίας, το έργο του Παντελή Μπουκάλα προδιαγράφεται μνημειώδες. Διότι μη θέλοντας να παραδοθεί αμαχητί σε αυτό το τεράστιο σκάνδαλο της απλής, στέρεης, χειροπιαστής και διαρκώς διαφεύγουσας ομορφιάς του δημοτικού τραγουδιού, ξανοίγεται σε ένα τεράστιο υλικό – στις τρεις εκατοντάδες συλλογές δημοτικών τραγουδιών με τους πολλές χιλιάδες στίχους καθώς και στα πολυάριθμα μελετήματα ανθολόγων, επιμελητών, φιλολόγων, εθνολόγων, λαογράφων και κυρίως ποιητών. Και τα διυλίζει μέσα από την παιδιόθεν βιωματική σχέση του δημιουργού του με αυτό το υλικό, την ποιητική ευαισθησία του και την προσωπική λογιοσύνη του.

Προκειμένου να εντρυφήσει μέσα σε έναν ωκεανό εικόνων, ήχων και ρυθμών, εμπράγματων σχέσεων, ξεχωριστών αισθήσεων και πλούσιων αλλά πάντα γειωμένων αισθημάτων, ο Παντελής Μπουκάλας εκθέτει κάποιους από τους ακρογωνιαίους λίθους της μελέτης του. Απορρίπτει ρητά τις ιδιοτελείς εθνοκαπηλικές χρήσεις της δημοτικής ποίησης· διαχωρίζει τη θέση του από τις εθνορομαντικές προσεγγίσεις του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, οι οποίες αναγνώρισαν στην ελληνική δημοτική ποίηση κάποια φανταστικά διεθνή πρωτεία ή/και επιδίωξαν μέσα από το δικό της υλικό να τεκμηριώσουν τη συνέχεια της αρχαί-ας με τη νεότερη Ελλάδα· επιδιώκει, αντιθέτως, να αναδείξει τους πολλαπλούς κοινούς τόπους της δημώδους με την αρχαιοελληνική ποίηση μέσω του μηχανισμού της αναλογίας, να εντοπίσει αναλογίες και συγγένειες με τις αλλόγλωσσες ανώνυμες ποιήσεις των όμορων Αλβανών, Σέρβων και Σλαβομακεδόνων, με τα ελληνόγλωσσα τραγούδια των μειονοτικών Ελλήνων Εβραίων, Αρβανιτών και Πομάκων καθώς και με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι· επιμένει, τέλος, στην γόνιμη σχέση που ανέπτυξαν με το δημοτικό οι μεγάλοι της έντεχνης ποίησης – Σολωμός, Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σικελιανός, Ελύτης, Σεφέρης.

Διερευνώντας τα αναρίθμητα διαφορετικά αισθήματα και τις αντιλήψεις των δεκάδων παραλλαγών· εντοπίζοντας τις διαφορετικές στάσεις απέναντι στην άνευ αντικρίσματος αγάπη, στους μεικτούς έρωτες, στην απιστία και στα ερωτικά φονικά· παρατηρώντας τις ποικιλίες των γραμματικών τρόπων, των εκφραστικών εναλλαγών και των συντακτικών επιλογών, ο μελετητής τεκμηριώνει εντέλει πως οι μορφικοί τρόποι και η θεματολογία του δημοτικού αναπτύσσονται γύρω από τα επανερχόμενα μοτίβα κάθε μεγάλης ποίησης: το σώμα, τον έρωτα, τον χρόνο, τη γλώσσα και τον θάνατο. Μπορεί έτσι να βρισκόμαστε μακριά από τον προφορικό πολιτισμό της αγροτικής κοινότητας στους κόλπους της οποίας γεννήθηκε το δημοτικό τραγούδι, μπορεί καθώς τα χρόνια περνούν οι ήχοι της δημώδους φωνής να φθάνουν ολοένα σπανιότερα στ’ αυτιά μας, τα δημοτικά τραγούδια ωστόσο διαθέτουν πάντα τις προϋποθέσεις να συγκλονίζουν με την πολύπλευρη δράση του στίχου τους «Και τα μήλα σου και τ’ αθη/ μ’ έβαλαν σε πλήσια πάθη,/ τα κλωνάρια του δεντρού σου/ να ’κρουγαν του ποθητού σου,/ να ’σωνα εις τον αθό σου,/ όντε κάμνεις τον καρπό σου,/ ως για να ’πιανα τα μήλα/ με πολλά κλαδιά και φύλλα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ