ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με το Μουσείο Φλίπερ, που πρόσφατα άνοιξε τις πύλες του, η Αθήνα ξαναμπαίνει έπειτα από περίπου 20 χρόνια στον χάρτη των pinball locations. Εδώ, οι παλαιότεροι ξαναζούν τον «χαμένο παράδεισο» που τους χάριζαν τα «φλιπεράκια» και τα νέα παιδιά καλούνται να ανακαλύψουν έναν κόσμο μαγικό, πέρα από τις οθόνες των κινητών. Στους χώρους της παλιάς «Μέδουσας», εκεί όπου κάποτε μεγαλουργούσαν ο Γιώργος Μαρίνος, ο Κώστας Χατζής και η Κατιάνα Μπαλανίκα, πίσω από το παλιό, ιστορικό «Σύνταγμα Χωροφυλακής» που σήμερα συμπιέζεται από τους αιχμηρούς όγκους του Μουσείου της Ακρόπολης, βρήκαν φιλόξενο χώρο τα φλίπερ.

Τα «μηχανάκια», όπως τα χαρακτήριζαν οι νέοι της δεκαετίας του ’60 και «γέννησαν» τη νουβέλα του Μένη Κουμανταρέα, επέστρεψαν στην Ελλάδα ύστερα από δύο «εξορίες», το 1963 και το 2000.

Δύο φίλοι, ο Ευθύμιος Γκουντάρας και ο Παναγιώτης Μπίρταχας, ένωσαν τις δυνάμεις τους και υλοποίησαν μέσα σ’ έναν χρόνο την ιδέα του μουσείου, ξεκινώντας και αυτή, από ένα φλίπερ, που έκανε δώρο ο πρώτος, τεχνικός ηλεκτρονικών και φλίπερ, στον δεύτερο. «Οταν είδα φλίπερ πρώτη φορά στη δεκαετία του ’80, είπα μέσα μου “αυτή τη δουλειά θέλω να κάνω”», εξομολογείται ο Ευθ. Γκουντάρας, ο οποίος έχει και την ευθύνη της καθημερινής συντήρησης και επιδιόρθωσης των φλίπερ, και «ονειρεύεται» να κατασκευάσει ένα ελληνικό φλίπερ, ονόματι «Ακρόπολις» με μουσική υπόκρουση από τον «Ζορμπά» του Μ. Θεοδωράκη. Τα πρώτα «μηχανάκια» εντοπίστηκαν πεταμένα σε αποθήκες, πολλά από αυτά σε άθλια κατάσταση, ακόμα και φαγωμένα από ποντίκια, όπως λέει, ενώ ο φίλος και συνέταιρός του συμπληρώνει πως στη διάρκεια των αναζητήσεων, αρκετοί ιδιοκτήτες παλαιών καφενείων επικοινώνησαν μαζί τους για να απαλλαγούν από το «περιττό βάρος», αφού, με την απαγόρευση του 2002, τα φλίπερ εξαφανίστηκαν από τα «ουφάδικα».

Ο,τι «του ’60 οι εκδρομείς» νοσταλγούσαν και οι νέοι του ’80 αποζητούσαν πλέον στους υπολογιστές, καθώς η σημερινή νεολαία έχει χαθεί στην απόλυτη εικονική πραγματικότητα, εγκαταστάθηκε στον υπόγειο χώρο της Αρεοπαγίτου και Μακρή. Ενα φλίπερ κλειστό στέκεται σαν σκοπός στην είσοδο, πριν συναντήσει κανείς την πρόσχαρη οικοδέσποινα Αγγελική Γκουντάρα, η οποία έχει την ευθύνη των δημοσίων σχέσεων και, κυρίως, έχει αναλάβει το εκπαιδευτικό-επιμορφωτικό κομμάτι με τα σχολεία. «Μας ενδιαφέρει η επαφή με τους μαθητές, να το γνωρίσουν όχι μόνο για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Μπορούν να γίνουν εδώ ξεναγήσεις στα σχολεία και ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα», λέει, ενώ ήδη έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον από το μεταπτυχιακό μάθημα του Παντείου («Κοινωνική και Πολιτισμική Ιστορία της Νεολαίας 1945-1974»), του Κώστα Κατσάπη, διδάσκοντος στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, για τις νεανικές κουλτούρες των ’60s στην Ελλάδα. Εδώ θα γίνει και η σχετική συνεδρίαση του μαθήματος με θέμα το φλίπερ.

Οι παλαιότεροι τα θυμούνται να κλέβουν την παράσταση στις «Αίθουσες ψυχαγωγίας», στα «Σφαιριστήρια», στα καφενεία, ακόμα και στα Λούνα Παρκ, σκηνές που έχει απαθανατίσει και ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος, την εποχή των «τέντι μπόηδων» και των «Λαμπράκηδων», κι όσοι είχαν το προνόμιο να σπουδάσουν στο εξωτερικό τα γνωρίζουν καλά από τα παρισινά Café Tabac και τις γερμανικές Kneipen.

Για όλα αυτά μιλάμε στο Μουσείο Φλίπερ με τον Κώστα Κατσάπη, από τους λίγους πανεπιστημιακούς που έχουν γνώση γύρω από τις νεολαιίστικες (υπο)κουλτούρες τη δεκαετία του ’60.

Η «επικήρυξή» τους

«Το φλίπερ και το τζουκ-μποξ αποτέλεσαν από κοινού ένα ισχυρότατο σύμβολο της νέας εποχής, μια γοητευτική υπόμνηση της τεχνολογικής πρωτοπορίας στον αντίποδα της μιζέριας που επικρατούσε ακόμα στην ελληνική κοινωνία. Ηταν νησίδες ευτυχίας, μια υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον», μας λέει, ενώ απαντά με ευθύτητα στο δεύτερο ερώτημα «γιατί “επικηρύχθηκαν” εκ δεξιών και εξ αριστερών;»: «Οπως συνέβη και με το ροκ ’ν’ ρολ, έτσι και τα φλίπερ θεωρήθηκαν εμβληματικά σύμβολα, μακριά από τις προδιαγραφές τόσο της Αριστεράς όσο και της ελληνορθόδοξης Δεξιάς. Τα σχήματα (σ.σ. και τα προσχήματα θα προσθέταμε) και τα επιχειρήματα είχαν πολλά κοινά σημεία. Από τη μια “εξαλλοσύνες” (Δεξιά), από την άλλη “παρακμιακά” (Αριστερά) σε έναν διάχυτο, κοινό πολιτισμικό συντηρητισμό της εποχής, που θα πρέπει όμως να τον “ιστορικοποιήσουμε”, δηλαδή να τον προσδιορίσουμε σε κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο». Ισως αυτά τα θέματα να μην είναι τόσο ελκυστικά για τη σημερινή νεολαία, όμως «θα μπορούσαν τα φλίπερ να την ξανακερδίσουν;», τον ρωτάμε, ενώ ήδη το μουσείο δέχεται τους πρώτους επισκέπτες του. Η απάντησή του ακούγεται παράδοξα αισιόδοξη: «Αναμφίβολα μπορούν, φλίπερ και τζουκ-μποξ, να κερδίσουν τη σημερινή νεολαία. Πρόκειται για δύο γοητευτικά items, που δημιουργούν μία εμπειρία πρωτόγνωρη, πολλαπλάσια αυτού που αναμένει ο ανυποψίαστος, δηλαδή απλώς του παιχνιδιού και της μουσικής ακρόασης», εκτιμώντας θετικά και την ίδρυση του πρώτου Μουσείου Φλίπερ στην Αθήνα, ως μία «απίστευτα συμβολική συνύπαρξη με το Μουσείο Ακροπόλεως».

Ταξίδι σε έναν κόσμο ψευδαισθήσεων και φαντασμαγορίας

Αρκεί κανείς να αφεθεί στις φωταψίες και στους ήχους που εκπέμπονται από τα μηχανήματα, όπως τα περιέγραψε μοναδικά σε μια επιφυλλίδα του στο «ΒΗΜΑ» ο (φανατικός παίκτης) Νίκος Δήμου, και μεταφέρεται σε έναν άλλον κόσμο, εκείνον των ψευδαισθήσεων και της φαντασμαγορίας.

Το φλίπερ είναι ένα αυτόματο που «εγκιβωτίζει», στην κυριολεξία, το μεγαλύτερο μέρος του pop πολιτισμού, κυρίως την περίοδο της κυριαρχίας του, συμβάλλοντας στη χειραφέτηση μιας ανήσυχης νεολαίας. Η ιστορία του συνδέεται άμεσα με τεχνολογικές καινοτομίες (από τον μηχανικό στο ηλεκτρικό και μετέπειτα ηλεκτρονικό φλίπερ), με τον συντηρητισμό ή τον ριζοσπαστισμό της εποχής, αλλά και με το βιομηχανικό ντιζάιν.

Eπιλογές

Ανάμεσα στα 107 μηχανήματα που εκτίθενται και μπορεί κανείς να αφεθεί στη σαγήνη τους, θα βρει δίπλα-δίπλα τους Kiss, τους Rolling Stones και την πληθωρική Ντόλι Πάρτον. Λίγο πιο πέρα, θα συναντήσει τα «λαγουδάκια» του Χιου Χέφνερ, στο περίφημο Playboy, θα γνωρίσει το «Φάντασμα της Οπερας» υπό το ρίγος της μελωδίας του, θα αναμετρηθεί με τον περίφημο και διαβόητο Gorgar, το πρώτο ομιλούν φλίπερ, γύρω στα μέσα του ’70, θα ακολουθήσει τον Τζέιμς Μποντ στο κυνήγι των «Κακών του Κόσμου», ενώ μπορεί να «επιβιβαστεί» σε ένα Taxi, με συνεπιβάτες τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τη Μέριλιν Μόνροε και τον Δράκουλα, αν δεν τον κυνηγήσει κατά πόδας σ’ ένα άλλο μηχάνημα που φέρει το όνομα του ήρωα του Μπραμ Στόουκερ.

Οι πρώτοι επισκέπτες


Πολλά από τα 107 μηχανήματα που εκτίθενται εντοπίστηκαν πεταμένα σε αποθήκες, κάποια σε άθλια κατάσταση.

Το μουσείο είναι σαν μια μεγάλη αίθουσα ψυχαγωγίας ή ένας διαδραστικός εκθεσιακός χώρος και οι πρώτοι του επισκέπτες, Ελληνες και τουρίστες, αφήνονται στη μαγεία του. Οπως ο Τζέρεμι, 33 ετών από την Τουλούζη, που κάνει διακοπές στην Ελλάδα, και κατέβηκε τα σκαλιά του μουσείου.

«Ηρθα να παίξω, γιατί, ως μηχανικός θαυμάζω την τεχνολογία του, όμως το φλίπερ είναι ένα παιχνίδι στην ουσία», μας λέει ανάμεσα σε δύο μπίλιες, ενώ ο Αντώνης, 54 ετών, που τα γνώρισε τη δεκαετία του ’80, θεωρεί πως είναι μια καλή εναλλακτική λύση στην «ηλεκτρονική διασκέδαση» των τάμπλετ και των κινητών.

«Κάποια βράδια, έρχομαι αργά εδώ, ανάβω τα μηχανήματα και απλώς τα κοιτάω», λέει ο Παναγιώτης Μπίρταχας, στη δική του «Νύχτα στο Μουσείο».

Είναι η σαγήνη ενός κόσμου που έχασε, μαζί με τις κοινωνίες που το ανέδειξαν, την αυθεντικότητά του, όχι όμως τον μύθο και τη φαντασμαγορία του. Εστω και ως μουσειακό πλέον είδος. Extra Ball και Special μαζί.

​​Μουσείο Φλίπερ, Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μακρή στον αριθμό 2. Ανοιχτό έως τις 11 μ.μ. Τηλ.:  210-92.45.958

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ