ΒΙΒΛΙΟ

Ξεφυλλίζοντας τον κόσμο του χθες

ΕΥΤΥΧΗΣ ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗΣ*

Η επιστροφή Αμερικανών βετεράνων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918, λίγο καιρό μετά την υπογραφή της ανακωχής, στις 11 Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς. Ηταν το τέλος ενός σφαγείου, που αρχικά όλοι υπολόγιζαν ότι θα είχε ολοκληρωθεί μέσα σε λίγους μήνες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΤΕΦΑΝ ΤΣΒΑΪΧ
Ο κόσμος του χθες
μτφρ. Αλεξία Καλανταρίδου - Τατιάνα Λιάνη
εκδ. Printa, 2006, σελ. 587

Συμπληρώνεται σήμερα ακριβώς ένας αιώνας από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Του Μεγάλου Πολέμου, που έδωσε απότομο και βίαιο τέλος σε μια εποχή, όμοια της οποίας δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο κόσμος. Τη Belle Epoque (Ωραία Εποχή), μια περίοδο αισιοδοξίας, τεχνολογικής άνθησης, ευφορίας, χειραφέτησης και διάχυσης της ευημερίας, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. 

Την εποχή εκείνη, τα γεγονότα και αισθήματα που τη σημάδεψαν, περιγράφει με το μοναδικό του τρόπο ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του Μεσοπολέμου, ο Στέφαν Τσβάιχ, στην αυτοβιογραφία του «Ο κόσμος του χθες».

«Ποτέ η Ευρώπη δεν υπήρξε ισχυρότερη, πλουσιότερη, ομορφότερη, ποτέ δεν είχε πιστέψει τόσο βαθιά σε ένα ακόμα καλύτερο μέλλον», λέει ο Τσβάιχ, περιγράφοντας τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Μόνον που αυτή ακριβώς η αίσθηση παντοδυναμίας, και η απουσία πολεμικών αναμνήσεων τα προηγούμενα 40 χρόνια, αποδείχθηκαν μεγάλη παγίδα.

Κράτη και πόλεις απέκτησαν τρομερή δύναμη σε μικρό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν μια τάση ανεξέλεγκτου επεκτατισμού, διεκδικώντας το μερίδιο ανταγωνιστών τους. Μια επαρχία, μια αποικία, μια ζώνη επιρροής. Με αποτέλεσμα η ισχύς και η αισιοδοξία που όλοι ένιωθαν να αποδειχθεί μια επικίνδυνη φενάκη. Η βεβαιότητα ότι ο άλλος θα υποχωρούσε μπροστά στη δική τους ισχύ, οδήγησε σε επικίνδυνες διπλωματικές μπλόφες. Και τα παιχνίδια με τη φωτιά στην έκρηξη.

«Αν σήμερα αναρωτηθεί κανείς, λογικά σκεπτόμενος, για ποιο λόγο η Ευρώπη κατέληξε σε πόλεμο το 1914 δεν θα μπορέσει να βρει ούτε μία λογική αιτία ούτε κανένα πρόσχημα», γράφει ο Τσβάιχ. Και αυτό γιατί οι Ευρωπαίοι δεν πολέμησαν στο όνομα κάποιων ιδανικών, όπως π.χ. συνέβη με την ελευθερία ή την ανεξαρτησία τους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για έννοιες που επιδιώχθησαν να θεμελιωθούν ως αίτια μετά το ξέσπασμα του πολέμου.

Την οικονομική και πολιτιστική «παγκοσμιοποίηση» της Belle Epoque ακολούθησε ένα κύμα εθνικιστικής υστερίας, τόσο βίαιο που έβγαλε στην επιφάνεια αρχέγονα ένστικτα. Εκείνο που ο Φρόιντ ονόμασε «αποστροφή για τον πολιτισμό», την ανάγκη δηλαδή να δραπετεύσει κανείς από το πλέγμα του αστικού κόσμου για να εκτονώσει τα ορμέμφυτά του.

Τα τύμπανα του πολέμου και του μίσους για τους «άλλους» οδήγησαν σε μια γενική παράνοια, με συνέπειες καταστροφικές, ενίοτε και γραφικές. Ο Σαίξπηρ εξορίστηκε από γερμανικά θέατρα. Ο Μότσαρτ και ο Βάγκνερ από τις αίθουσες συναυλιών της Αγγλίας και της Γαλλίας. Γερμανοί καθηγητές έλεγαν ότι ο Δάντης ήταν τευτονικής καταγωγής. Γάλλοι έλεγαν ότι ο Μπετόβεν ήταν... Βέλγος!

Ο αρχικός τρόμος μπροστά στον πόλεμο σύντομα μεταβλήθηκε σε αιφνίδιο ενθουσιασμό. Ο κάθε πολίτης ένιωθε πως αποκτούσε μεγαλύτερη αξία. Δεν ήταν πλέον ο απομονωμένος άνθρωπος, ήταν μέρος μιας συλλογικότητας. Ο δε πόλεμος έδινε σε όλους τη δυνατότητα να γίνουν ήρωες, στο πεδίο της μάχης και της τιμής, σε ένα ταξίδι ρομαντισμού και φαντασίας που είχε πλαστεί στο μυαλό των απλών ανθρώπων. Καθιστώντας έτσι τον Μεγάλο Πόλεμο, τον πόλεμο μιας ανυποψίαστης γενιάς.

Ολα αυτά και πολλά ακόμα για τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα περιγράφονται σε ένα εξαιρετικό χρονογράφημα, με το εξαιρετικά πυκνό και μεστό ύφος του Τσβάιχ. Στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Μπέρναρντ Σο, ο Φρόιντ, ο Στράους, ο Ράσελ, ο Πιραντέλο, κ.ά. Με ιστορίες δοσμένες με ελάχιστη αυτοαναφορικότητα εκ μέρους του συγγραφέα, αλλά και μηδενική μικροψυχία ή ανταγωνιστική διάθεση απέναντι σε άλλους σπουδαίους της εποχής – πράγμα όχι πάντα αυτονόητο.

«Ο κόσμος του χθες» δεν είναι ένα βιβλίο ιστορίας. Δεν περιέχει ντοκουμέντα, ούτε είναι προϊόν έρευνας. Οι αναφορές στις βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες της εποχής είναι λίγες, αν και αυτό είναι μάλλον αναμενόμενο από έναν διανοούμενο αριστοκράτη των αρχών του αιώνα. Αυτό που ωστόσο εντυπωσιάζει είναι η καθαρή ματιά του Τσβάιχ πάνω στα γεγονότα. Οι επισημάνσεις του για την περίοδο πριν και μετά τον Α΄ Π.Π., τη μεγάλη κρίση, τον ναζισμό, τα αίτια της ανόδου του και την επιρροή του στην ανθρώπινη φύση, συνάδουν με εκείνες μεταγενέστερου αναλυτή που διαθέτει τη συσσωρευμένη ιστορική και ερευνητική γνώση πολλών δεκαετιών.

Το σημείωμα

Οπως επίσης εντυπωσιάζει η συνολική διανοητική μετριοπάθεια του έργου, η αποφυγή αφορισμών και δαιμονοποιήσεων. Και φυσικά η εξύμνηση της ελευθερίας ως υπέρτατης αξίας. Κάτι που ο Τσβάιχ αποτύπωσε και στο σημείωμά της αυτοκτονίας του: «Νομίζω ότι είναι καλύτερα να ολοκληρώσω τη ζωή μου σε καλούς καιρούς, όπου η διανοητική εργασία σημαίνει την πιο αγνή χαρά και η προσωπική ελευθερία είναι το μεγαλύτερο αγαθό στη Γη».

Υπό το πρίσμα αυτό «Ο κόσμος του χθες» δεν είναι βιβλίο Ιστορίας, αλλά είναι αναμφίβολα ένα ιστορικό βιβλίο.

* Ο κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι πολιτικός επιστήμονας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ