ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το πρωτάθλημά μας δεν υποφέρεται

Ειλικρινα, προσπαθώ να φανταστώ πώς ένας σημερινός 50άρης, που του αρέσει και έχει παρακολουθήσει το ελληνικό ποδόσφαιρο, μπορεί, ανεξαρτήτως του ποια ομάδα συμπαθεί, να πάει στο γήπεδο στις σημερινές πολιτισμικές συνθήκες του ποδοσφαίρου μας και να ψυχαγωγηθεί.

Εγω -για παράδειγμα- που πρόλαβα τον Κώστα Νεστορίδη και τον Ηλία Ρωσίδη, τον Μίμη Δομάζο, τον Τάκη Λουκανίδη, τον Βαγγέλη Πανάκη, τον Γιώργο Σιδέρη, τον Βασίλη Μποτίνο, τον Μίμη Παπαϊωάννου, τον Γιώργο Κούδα, τον αείμνηστο Αρίσταρχο Φουντουκίδη, τον μοναδικό Βασίλη Χατζηπαναγή, αλλά και τους νεότερους, όπως ο Γιώργος Δεληκάρης, ο Δημήτρης Σαραβάκος, ο Κρίστοφ Βαζέχα, τι και ποιους να πάω να δω; Γίνεται να μην υποφέρω; Δεν γίνεται.

Ενταξει, τότε τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το ποδόσφαιρο ήταν λαϊκή ψυχαγωγία, ήταν η γιορτή της Κυριακής, όταν μετά τα σουξέ της «Κολούμπια χις μάστερ βόις και κάπιτολ», στρωνόταν το τραπέζι με το γιουβετσάκι και μετά πατέρας και γιοι έπαιρναν δρόμο για το γήπεδο.

Αλλεσ εποχές τότε, όταν η γειτονιά ήταν ζωντανό κοινωνικό κύτταρο και οι πρόσφυγες της Θεσσαλονίκης έχτιζαν με «κόκκινα μεροκάματα» το γήπεδο της Τούμπας. Πολιτική, αγώνες, ποιήματα, στοίχοι, μουσική και τραγούδια από πραγματικά μεγάλους πρωταγωνιστές.

Τι έχουμε σήμερα; Δυστυχώς, κυρίως παράγοντες χωρίς το παραμικρό όραμα για το μέλλον του ποδοσφαίρου.

Ομαδεσ εταιρείες και, μάλιστα, Ανώνυμες που ουδεμία σχέση έχουν με την οικονομική λογική και την αγωνία του ισολογισμού. Κάποιοι μυστήριοι τύποι, οι οποίοι εμφανίζονται και εξαφανίζονται πουλώντας «φούμαρα» ή ξεπλένοντας κάποια χρήματα. Οι μεγάλες ομάδες, τώρα, έχουν και σουίτες για τους λεφτάδες οπαδούς που πληρώνουν ένα κάρο λεφτά για να δουν ουσιαστικά τρία τέσσερα αξιόλογα ματς όλη τη χρονιά.

Ο Τασοσ Πάντος μου είναι συμπαθής, αλλά την εποχή του Γιάννη Γκαϊτατζή και του Θανάση Αγγελή ούτε τα νερά δεν θα μπορούσε να τους κουβαλάει. Βλέπω τον Τζιώλη, ένα νεαρό με πλούσια σωματικά προσόντα που στα 100 μέτρα, ζήτημα είναι αν κάνει 14 δευτερόλεπτα, να δηλώνει και να παίζει ως επαγγελματίας.

Οταν έχω δει τον Κώστα Ελευθεράκη να φοράει αυτή τη φανέλα, μου είναι αδύνατον να μείνω στο γήπεδο για δύο ώρες με τον Μπόβιο, τον Λεοντίου και τον Γκούμα. Και πάλι καλά που ακόμα παίζουν μερικοί που είναι ιθαγενείς.

Σε λιγο καιρό στις ελληνικές ομάδες, ως γηγενείς θα αγωνίζονται τα παιδιά των οικονομικών μεταναστών και ως ξένοι θα ξεμπαρκάρουν για να παίξουν οι πιτσιρικάδες από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής.

Μπορει στα γήπεδα να μην υπάρχουν ούτε θεατές. Ισως η τηλεόραση να αρκεί και να περισσεύει…