ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

«Θα ήθελα να με θυμούνται για τη σκληρή δουλειά μου»

Τη βραδιά που βραβεύτηκε από τη Σούπερ Λίγκα και τους Ελληνες ποδοσφαιρόφιλους ως ο κορυφαίος προπονητής της δεκαετίας 2000-10, στην εκδήλωση που κάλυψε η τηλεόραση του ΣΚΑΪ, ρωτήσαμε τον Φερνάντο Σάντος γιατί θα ήθελε να τον θυμούνται στην Ελλάδα όταν κάποτε φύγει. Χωρίς να σκεφτεί δευτερόλεπτο, απάντησε ότι θα ήθελε να τον θυμούνται ως κάποιον που του άρεσε η σκληρή δουλειά. Εκείνη τη στιγμή δεν φαινόταν ότι δύο μήνες μετά θα έλεγε αντίο στην Ελλάδα και στον ΠΑΟΚ που με πολύ ιδρώτα έφτιαξε.

Οποιος παρακολουθεί την καριέρα του Πορτογάλου προπονητή στην Ελλάδα, θα ήθελε να διαβάσει ένα βιβλίο με τις μνήμες του: ο Σάντος είχε την τύχη να δουλέψει με μερικούς δύσκολους παράγοντες, να διαχειριστεί ομάδες με τεράστια οικονομικά προβλήματα, πετυχαίνοντας σημαντικά πράγματα, και να κερδίσει τη συμπάθεια και τον σεβασμό κάποιων δύσκολων χαρακτήρων όπως είναι ο Ντέμης Νικολαΐδης και ο Θοδωρής Ζαγοράκης. Και οι δυο αναγνωρίζοντας την αγάπη του στη σκληρή δουλειά τού εμπιστεύθηκαν ομάδες τυφλά.

Την καριέρα του Σάντος στην Ελλάδα τη σημάδεψε σίγουρα το ξεκίνημά της. Ο Πορτογάλος ήρθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2001 μετά από μία τριετία στην Πόρτο. Ξεκίνησε για να υπογράψει στον Αρη και βρέθηκε ξαφνικά στην ΑΕΚ την εποχή της ηγεμονίας του Μάκη Ψωμιάδη. Ο Σάντος απ’ όσα του έτυχαν εκείνο το καλοκαίρι, κατάλαβε πολλά. Την πρώτη μέρα της έναρξης της προετοιμασίας έμαθε ότι ο τότε καλύτερος ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ Ντέμης Νικολαΐδης δεν κατέβαινε στις προπονήσεις, διαμαρτυρόμενος για τις διοικητικές εξελίξεις. Μετά από δύο εβδομάδες δουλειάς σε εκείνη την ΑΕΚ, ο Σάντος είχε δει να αλλάζει το γραφείο Τύπου και η μισή διοίκηση! Οι περισσότεροι από τους παράγοντες που συνάντησε όταν ήρθε, έπειτα από δεκαπέντε μέρες, έλειπαν. Ο κόουτς χάρη στην καθοδήγηση του φίλου του, γνώστη της ελληνικής πραγματικότητας Γέσμικο Βέλιτς και -γιατί όχι;- κάποιων ρεπόρτερ, διαπίστωσε ότι εκείνη η ΑΕΚ είχε κατ’ αρχήν ανάγκη από αποτελέσματα μπας και βρει λίγη ηρεμία. Εκανε μια κάπως χαλαρή προετοιμασία και παρουσίασε στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος μια ομάδα έτοιμη, που ξεκίνησε τη σεζόν πηγαίνοντας από νίκη σε νίκη. Η αγωνιστική «κοιλιά» ήρθε τον Δεκέμβρη και πληρώθηκε ακριβά, αλλά η δουλειά του Σάντος εκτιμήθηκε. Ο Σάντος έχει δείξει στο πέρασμά του από τη χώρα μας πως όταν του εξηγούν τις προτεραιότητες και τον στηρίζουν, τα αποτελέσματα αργά αλλά σταθερά έρχονται.

Οταν το 2002 πήγε στον ΠΑΟ πίστεψε ότι θα υπάρχει υπομονή και χρόνος: δεν του τα είχαν πει καλά! Το βαρύ πρόγραμμα του γυμναστή του Ρότζερ Σπράι το καλοκαίρι εκτελέστηκε κατά γράμμα. Παίκτες όπως ο Μιχάλης Κωνσταντίνου «υπέφεραν» από τσιγαρόβηχα(!) ενώ άλλοι όπως ο αμίλητος Ρενέ Χένρικσεν δυσφορούσαν όταν τους ζητούσε να τρέχουν με βάρη στους ώμους. Ο ΠΑΟ για ενάμιση μήνα ήταν αδύνατο να αλλάξει ταχύτητα. Ο Σάντος, που νόμιζε ότι είχε καταλάβει πού βρισκόταν, απολύθηκε πριν βγάλει δίμηνο. Οι ρεπόρτερ που στην ΑΕΚ τον λάτρευαν, εδώ τον κορόιδευαν αποκαλώντας τον κοροϊδευτικά «καρπουζά από το Εστορίλ».

Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2004, μετά από ένα πέρασμα από την Μπενφίκα, ήταν περισσότερο σοφός. Τότε κατάλαβε ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχει μεγάλη δυσκολία να κριθεί η δουλειά και τεράστια λατρεία στο άμεσο ποδοσφαιρικό αποτέλεσμα. Η ΑΕΚ που ανέλαβε από τον Ντέμη Νικολαΐδη προέκυψε έπειτα από δεκαπέντε μεταγραφές που έγιναν σε δέκα μέρες. Δεν είχε σταρ και δεν είχε πίεση αποτελεσμάτων και εξελίχθηκε στην έκπληξη της χρονιάς: κερδίζοντας 12 ματς στο γκολ (τα 7 από αυτά με 1-0) η ΑΕΚ διεκδίκησε το πρωτάθλημα μέχρι τέλους και το έχασε εξαιτίας μιας ήττας από τον αδιάφορο Ιωνικό στο ΟΑΚΑ την προτελευταία αγωνιστική! «Ηταν το χειρότερο βράδυ στη ζωή μου» λέει ακόμα ο Νικολαΐδης. Η ήττα αυτή σημάδεψε τη σχέση του με κάποιους από τους παράγοντες της ΑΕΚ στη συνέχεια – ο τεχνικός διευθυντής κ. Ιλια Ιβιτς π.χ. (τυπικά και μόνο προϊστάμενός του, καθώς ο Σάντος αναγνώριζε ως τέτοιον μόνο τον Νικολαΐδη) δυσφορούσε με το πολύ αμυντικό ποδόσφαιρό του κι όταν δυο χρόνια αργότερα ο Σάντος έφευγε από την ΑΕΚ δηλώνοντας «κουρασμένος», ήταν ο μόνος ίσως που δεν στεναχωρήθηκε!

Οσοι τον έχουν γνωρίσει, λένε ότι το πιο μεγάλο του προσόν είναι η ανθρωπιά του. Ακόμα και κατ’ επάγγελμα επικριτές όπως ο Νίκος Αλέφαντος π.χ., οι άνθρωποι που δεν χαρίζονται όπως ο Νίκος Αναστόπουλος π.χ. έχουν να λένε για τον Σάντος μόνο καλά λόγια. Η δουλειά του στον ΠΑΟΚ τον έκανε εξαιρετικά συμπαθή κυρίως στους Ελληνες προπονητές. Το ποδόσφαιρο σκοπιμότητας που έπαιξε τους είναι κατανοητό και οικείο: στον Σάντος είδαν ένα δικό τους άνθρωπο. Στον ΠΑΟΚ ο Ζαγοράκης, αλλά και ο Βρύζας και ο Σέρτζιο Κονσεϊσάο τον στήριξαν ακόμα και την πρώτη χρονιά του, όταν η ομάδα δεν κέρδισε ποτέ στο πρωτάθλημα εκτός Θεσσαλονίκης και τερμάτισε δέκατη. Δεν του έκαναν την παραμικρή παρατήρηση ούτε κι όταν απαξίωσε το υλικό της ομάδας, μιλώντας το 2008 για «σαρδέλες»: από τις πωλήσεις μερικών από εκείνους τους παίκτες (του Χριστοδουλόπουλου, του Φερνάντεζ, του Μελίσση κτλ.) ο ΠΑΟΚ έβαλε στο ταμείο του περίπου 10 εκατομμύρια ευρώ, όμως κανείς δεν τόλμησε να πει στον Σάντος ότι έκανε λάθος στην εκτίμησή του!

Οπου δούλεψε αγαπήθηκε από κάποιους ποδοσφαιριστές παράφορα. Ο Τσιρίλο που αρχικά δεν τον έβλεπε καλά στο ματς με τον Αρη, όταν σκόραρε, έτρεξε και τον αγκάλιασε. Οσοι αγαπούν την προπόνηση τα είχαν πάντα καλά μαζί του: ο Κατσουράνης ορκίζεται στο όνομά του, ο Γκαρσία λέει ότι τον ανέστησε, ο Βιεϊρίνια είπε ότι του απογείωσε την καριέρα. Οσοι προτιμούν ομάδες πιο θεαματικές δεν τον πολυκαταλαβαίνουν: ο Βασίλης Τσιάρτας γκρίνιαζε για την υπερβολική σκοπιμότητα του παιγνιδιού του, ο Μιχάλης Κωνσταντίνου ποτέ δεν κατάλαβε γιατί κάποιοι τον θαύμαζαν – ακόμα και για τον Σάντος που ξέρει να μετρά τα λόγια του είναι δύσκολο να έχει μόνο θαυμαστές. Ο Μάκης Ψωμιάδης π.χ. δεν άντεχε το ενδυματολογικό του γούστο – κυρίως αυτό το δερμάτινο σακάκι που δεν εγκατέλειπε ποτέ. Οπως σωστά είπε ακροατής ραδιοφωνικής εκπομπής, αν το έβγαζαν στην μπουτίκ του ΠΑΟΚ θα πουλούσε πιο πολύ από τη φανέλα του πρώτου σκόρερ Βλάνταν Ιβιτς!