ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Αξιοπρεπείς και… βαρετοί

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς χωρίς συναισθηματισμούς για τον κ. Οτο Ρεχάγκελ. Το κατόρθωμα της Εθνικής το 2004 είναι τόσο μεγάλο ώστε είναι δύσκολο να γίνει κάποια αναφορά στον Γερμανό χωρίς υπερβολές: η περίπτωση του Ρεχάγκελ πάντοτε πάθιαζε. Αυτός ακριβώς ο συναισθηματισμός ήταν που δεν επέτρεψε ποτέ να γίνει κάποια σοβαρή αξιολόγηση της δουλειάς του. Κάθε αναφορά στον Ρεχάγκελ συνοδευόταν υποχρεωτικά από τη λέξη «σεβασμός»: ο Γερμανός είχε σταματήσει να κρίνεται ως προπονητής από τη στιγμή που κέρδισε το Πανευρωπαϊκό. Εκτοτε, για τους περισσότερους ό,τι κι αν έκανε ο Ρεχάγκελ είχε δίκιο. Μόνο που το πράγμα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Τον Οκτώβριο του 2005, η Εθνική έδινε ένα ματς στη Δανία για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Οι Δανοί είχαν αποκλειστεί, οι δικοί μας είχαν κάποιες ελπίδες να πάρουν από τους Τούρκους τη δεύτερη θέση που οδηγούσε στα μπαράζ. Η Ελλάδα,, με νωπές τις δάφνες της νίκης στο Euro του 2004, έκανε μια υποτονική εμφάνιση παίζοντας μόνο άμυνα και ηττήθηκε 1-0. Οι ελληνικές εφημερίδες υποδέχτηκαν την επομένη εκείνο το αποτέλεσμα με τίτλους όπως «Ψηλά το κεφάλι», «Δεν πειράζει παλικάρια», «Σας ευχαριστούμε» κ.τ.λ. Είχε προηγηθεί η φτωχή παρουσία στα τελικά του Confederation Cup στη Γερμανία, όπου και πάλι η αντιμετώπιση ήταν ανάλογη. Οι παίκτες και οι παράγοντες και στις δύο περιπτώσεις είχαν φροντίσει να μας υπενθυμίσουν ότι η Ελλάδα είναι μια μικρή ποδοσφαιρικά χώρα και ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε θαύματα. Λίγες μέρες αργότερα σε ένα γκάλοπ ο ελληνικός λαός ζητούσε την παραμονή του Ρεχάγκελ με ποσοστά που άγγιζαν το 90%, κι αυτό παρά τον αποκλεισμό από τα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Οι Ελληνες δεν είναι αγνώμονες. Ομως, στην οικογένεια της Εθνικής από τότε γεννήθηκε μια σιγουριά: ότι κάθε ήττα θα συγχωρείται αρκεί να είναι αξιοπρεπής, δηλαδή με λίγα γκολ. Αυτό αποτέλεσε τελικά το όριο της ομάδας αυτής στη συνέχεια: η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού, αντί να γίνει λόγος για να δουλέψουν όλοι σοβαρότερα, έγινε το άλλοθι μιας σειράς μετριότατων εμφανίσεων σε καθοριστικά ματς. Από το 2004 και μετά, η ομάδα αυτή δεν έχει παρά ελάχιστες νίκες που μπορείς να θυμάσαι: στην Τουρκία, στην Ουκρανία κι αυτή στο Μουντιάλ. Τίποτα άλλο. Γιατί; Γιατί σπανίως έπαιζε για να κερδίσει: μόνη επιδίωξη ήταν η αξιοπρέπεια.

Από το 2004 κι έπειτα, ο Ρεχάγκελ μας έκανε αξιοπρεπείς. Και την ίδια στιγμή φρικτά βαρετούς, σχεδόν μίζερους, καταδικασμένους να ζούμε με τη νοσταλγία της επιτυχίας που κάποτε ήρθε χωρίς να την περιμένουμε. Στην πραγματικότητα, μας έμαθε να μην περιμένουμε τίποτα…