ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο ξεχωριστός κύριος Ρεχάγκελ

ΝΤΕΡΜΠΑΝ. Η αποχώρηση του Οτο Ρεχάγκελ από τον πάγκο της εθνικής μας ομάδας, ήλθε πολύ αργότερα απ’ όσο υπαγόρευε η λογική. Αν ήταν στη δική του θέση, οι εννιά προπονητές στους δέκα θα είχαν επιλέξει να εγκαταλείψουν το πλοίο την ώρα που έμπαινε θριαμβευτικά στο λιμάνι μετά τον άθλο του Euro του 2004. Το έπος της Πορτογαλίας ήταν ένα θαύμα που ορθωνόταν σαν ανυπέρβλητο τείχος για όποιον επιχειρούσε να το ξεπεράσει. Η συντριπτική πλειοψηφία των προπονητών που θα έκαναν τέτοια επιτυχία στο τιμόνι μιας ομάδας τόσο μικρού βεληνεκούς, θα επέλεγαν να φύγουν πάνω στις δάφνες τους παρά να το ρισκάρουν. Πολύ απλά, ήταν μαθηματικά βέβαιο πως οτιδήποτε άλλο πετύχαιναν στη συνέχεια, θα έμοιαζε πολύ φτωχό σε σχέση με εκείνο που είχαν ήδη καταφέρει.Κόντρα στη λογική, ο Οτο Ρεχάγκελ έμεινε και μετά το θαύμα του 2004, αν και είχε μεγαλύτερες προκλήσεις για την καριέρα του, όπως την κεντρική θέση στον πάγκο της εθνικής Γερμανίας. Και έμεινε ακριβώς επειδή το μέτρο που πάντα καθόριζε τις επιλογές του, δεν ήταν το ίδιο με το μέτρο που επιβάλλει η κοινή λογική. Αν κάτι είναι αδιαμφισβήτητο στην προσωπικότητά του, είναι ότι πάντα πήγαινε εκεί που ήθελε να πάει ο ίδιος και όχι εκεί που ήθελαν οι άλλοι να τον δουν να πηγαίνει. Κέρδιζε ή έχανε με τον δικό του τρόπο και όχι μ’ αυτόν που ήθελαν να του επιβάλλουν οι άλλοι, γεγονός που καθιστούσε θέμα ημερήσιας διάταξης τις συγκρούσεις με τους εκφραστές της κοινής λογικής.

Πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα στη χώρα της περίφημης ελληνικής νοοτροπίας, ήταν δεδομένο ότι ο Ρεχάγκελ θα αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα. Και παρότι τα αντιμετώπισε, αρνήθηκε να συμβιβαστεί όχι μόνο τότε που ένιωσε σαν Ελληνας Θεός μετά το 2004, αλλά και τότε που ήταν με το ενάμισι πόδι πάνω στο τρένο της μεγάλης φυγής. Οταν μετά τις δύο απανωτές ήττες στα πρώτα δύο παιχνίδια της προκριματικής φάσης του Euro 2004 όλη η ποδοσφαιρική Ελλάδα ζητούσε την κεφαλή του επί πίνακι, ο Ρεχάγκελ έμεινε γιατί ο Βασίλης Γκαγκάτσης είχε την έμπνευση να τον κρατήσει.

Επειτα από τέτοια θύελλα, οι περισσότεροι προπονητές θα δέχονταν να βάλουν νερό στο κρασί τους. Ο χερ Οτο όμως δεν ανήκει στην κατηγορία των «περισσότερων», αλλά σ’ αυτήν του «ενός και μοναδικού». Με τον ίδιο αδιαπραγμάτευτο τρόπο συνέχισε να παίζει… κουτουλιές με τη λογική, ξέροντας κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούσαν: ότι το κεφάλι του είναι τόσο ξερό, που μπορούσε να γκρεμίσει όλους τους τοίχους! Αυτή η ξεροκεφαλιά του Ρεχάγκελ έφερε το τρόπαιο του 2004 και έθρεψε τις επόμενες επιτυχίες. Οι εμμονές του ήταν μυθικές και πολύ συχνά πέρα ακόμα από την πλέον… παράλογη λογική. Οι μπόρες που πέρασε στα άσχημα αποτελέσματα ήταν αταίριαστα πολλές για έναν προπονητή που είχε υπογράψει τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ακόμα κι αυτός ο άθλος, δεν ήταν αρκετός για να τον θέσει στο απυρόβλητο. Με τις πρώτες αποτυχίες μετά το Euro του 2004, δέχθηκε επιθέσεις που ξεπερνούσαν το μέτρο της κριτικής και άγγιζαν αυτό της ανθρωποφαγίας.

Ούτε τότε ο Οτο Ρεχάγκελ εγκατέλειψε το τιμόνι της εθνικής. Παρέμεινε και μετά τον αποκλεισμό από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 και κατάφερε να οδηγήσει την εθνική μας στην τελική φάση των δύο επόμενων μεγάλων διοργανώσεων. Για μια ομάδα που είχε μόλις δύο εμφανίσεις σε τελικές φάσεις μεγάλων διοργανώσεων σε όλη την ιστορία της, τρεις συμμετοχές μέσα σε έξι χρόνια ήταν ένας μεγάλος άθλος.Οι εμμονές του Ρεχάγκελ ίσως να στέρησαν από την εθνική μας μερικούς καλούς παίκτες ή να τη φόρτωσαν με μερικούς άλλους που σε συγκεκριμένες στιγμές έμοιαζαν αδύναμοι κρίκοι. Πρώτιστο μέλημα του Γερμανού δεν ήταν να βάλει ένα ακόμη φορμαρισμένο ποδοσφαιριστή στην ομάδα, αλλά να διαφυλάξει την ταυτότητα και τη συνοχή της. Ηθελε όλοι οι παίκτες του να μοιάζουν με σφιγμένη γροθιά και σφυρηλατούσε αυτούς τους δεσμούς με την εμπιστοσύνη του. Αν και Γερμανός, ο Ρεχάγκελ έμαθε απ’ έξω όλον τον ελληνικό Εθνικό ύμνο και πάντα τον τραγουδούσε με περηφάνια, δίνοντας το παράδειγμα στους παίκτες του. Πρόκειται αναμφίβολα για μια εκπληκτική προσωπικότητα που τίμησε τη χώρα μας περισσότερο απ’ όσο τον τίμησε αυτή. Το «αντίο» μας δεν πρέπει να έχει τον χαρακτήρα μνημόσυνου. Είναι σίγουρο πως ένα απλό «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» από καρδίας, ο ίδιος θα το προτιμούσε καλύτερα.