ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το σκάκι κάνει «παρέα» στο ποδόσφαιρο

Οποιος είπε -και είναι πολλοί αυτοί- ότι το πνευματικό επίπεδο των ποδοσφαιριστών είναι χαμηλό, δεν γνώριζε τον Σίμεν Αγκντεσταϊν. Τον Νορβηγό με τις εννέα συμμετοχές σε Ολυμπιάδες σκακιού. Κι αν νομίζετε, ότι κάναμε λάθος… κάνετε λάθος. Ο διεθνής με την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Νορβηγίας, Αγκντεσταϊν είναι ένας από τους γνωστότερους σκακιστές του κόσμου, έχοντας γίνει γκραν μετρ, όπως λέμε στην Ελλάδα, ή γκραντ μάστερ, όπως έχει επικρατήσει στ’ αγγλικά. Το ίδιο είναι.

Οι αδαείς πιστεύουν πως οι σπουδαίοι σκακιστές είναι άνθρωποι ιδιαίτερης ευφυΐας, αλλά αγύμναστοι. Μπορεί να τους φαντάζονται χοντρούς, με τεράστιες κοιλιές και αδύνατα, σαν καλάμια, λόγω της έλλειψης γύμνασης, πόδια. Αν, όμως, σκέπτονταν πως οι μεγάλες σκακιστικές διοργανώσεις διαρκούν πολλές ημέρες και κάθε παρτίδα ενδεχομένως πολλές ώρες, θα συνειδητοποιούσαν ότι ο σκακιστής χρειάζεται καλή φυσική κατάσταση, την οποία, φυσικά, την αποκτά και τη διατηρεί ασκούμενος σωματικά. Δεν θα δείτε πολύ καλό σκακιστή υπέρβαρο. Ακόμη και όταν τα χρόνια περνούν και ο χρόνος βαραίνει και το πνεύμα, το σώμα τους διατηρείται σε καλή κατάσταση.

Αλλά η περίπτωση του Αγκντεσταϊν είναι ξεχωριστή. Γιατί κατόρθωσε να εκπροσωπεί την ίδια περίοδο τη χώρα του και στο σκάκι και στο ποδόσφαιρο. Και ένας τραυματισμός στο γήπεδο, επηρέασε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο και την απόδοσή του στο κορυφαίο πνευματικό άθλημα που παίζεται πάνω στα 32 μαύρα και ισάριθμα λευκά τετραγωνάκια.

Ο Αγκντεσταϊν γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1967 και από μικρός ανέδειξε ένα εξαιρετικό ταλέντο στο σκάκι. Εγινε εθνικός μετρ και πρωταθλητής Νορβηγίας στα 15 του, διεθνής μετρ στα 16 και γκραν μετρ στα 18! Το παιχνίδι του διακρινόταν για τη δημιουργικότητα και την εφευρετικότητά του, σε σημείο που λίγοι παίκτες μπορούσαν ν’ αντισταθούν σε αυτό.

Λίγα χρόνια μετά, κατόρθωσε να συνδυάσει υψηλού επιπέδου σκάκι με πλήρη ποδοσφαιρική καριέρα, εκπροσωπώντας τη Νορβηγία και στα δύο. Κι αν δεν υπήρχε το 1991 ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο, που τον ανάγκασε να σταματήσει πρόωρα το αγωνιστικό ποδόσφαιρο το επόμενο έτος, ίσως η… σκακιστική του σταδιοδρομία να ήταν ακόμη καλύτερη. Αλλά η αναγκαστική απόσυρσή του από τα γήπεδα, επηρέασε αρνητικά και την απόδοσή του στο σκάκι και, σταδιακά, η καριέρα του πήρε την κατιούσα, ειδικά μετά το 1995. Το 1999, όμως, αναβάθμισε το παιχνίδι του και επέστρεψε στις νίκες. Τον ίδιο χρόνο, αλλά και τα επόμενα, πρώτευσε σε πολύ ισχυρά διεθνή τουρνουά.

Αγωνίσθηκε σε εννέα Ολυμπιάδες σκακιού· αυτές διεξάγονται ανά διετία. Το 1982, στα 15 του, έπαιξε στην τέταρτη σκακιέρα και κατέλαβε την 1η θέση σε αυτό το επίπεδο. Αναβαθμίσθηκε και το 1984, το 1988 (και τις δύο φορές στη Θεσσαλονίκη), το 1990, το 1996 και το 2002 εκπροσώπησε τη Νορβηγία από τη δυσκολότερη σκακιέρα, την πρώτη. Η καλύτερη θέση που κατέλαβε σε αυτήν ήταν η 4η, το 1984, με επτά νίκες, τρεις ισοπαλίες και μία ήττα. Το 2004, το 2006 και το 2008 έπαιξε στη δεύτερη σκακιέρα. Στις Ολυμπιάδες, σε 76 αγώνες, σημείωσε 31 νίκες, 29 ισοπαλίες και 16 ήττες.

Νίκησε και τον Ανατόλι Κάρποφ

Μπορεί κάποιος που έχει νικήσει σε επίσημο σκακιστικό αγώνα, παίζοντας, μάλιστα, με τα μαύρα «κομμάτια», τον περίφημο Ρώσο, Ανατόλι Κάρποφ, που είχε διατελέσει και πρωταθλητής κόσμου, να έχει χρόνο ν’ ασχοληθεί σοβαρά και με το ποδόσφαιρο; Ο Σίμεν Αγκντεσταϊν απέδειξε, πως, όποιος θέλει, μπορεί πολλά.

Η ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία άρχισε το 1984 και ολοκληρώθηκε το 1992. Ολα αυτά τα χρόνια αγωνίσθηκε μόνο στη Λιν του Οσλο. Επαιξε σε 92 αγώνες πρωταθλήματος διαφόρων κατηγοριών και σημείωσε 37 τέρματα. Το 1984 η Λιν ανήκε στη Β΄ κατηγορία, το 1985 και το 1986 στη Γ΄, από το 1987 ώς και το 1990 στη Β΄ και το 1991 και το 1992 στην Α΄. Σε παιχνίδια του κυπέλλου Νορβηγίας πήρε μέρος έξι φορές, επιτυγχάνοντας ισάριθμα γκολ. Συνεπώς, σε εσωτερικές διοργανώσεις αγωνίσθηκε 98 φορές και «βρήκε δίχτυα» 43. Μία διόλου ευκαταφρόνητη επίδοση.

Αλλά ο Αγκντεσταϊν δεν περιορίσθηκε σε εντός των νορβηγικών συνόρων αγώνες. Αν και η ομάδα του αγωνιζόταν τότε στη Β΄ κατηγορία, έγινε διεθνής και το 1988 και το 1989 εκπροσώπησε τη χώρα του σε οκτώ συναντήσεις της εθνικής ομάδας (επίσημους ή φιλικούς), σημειώνοντας και ένα τέρμα. Εχασε τη θέση του στην εθνική ομάδα όταν το 1989 απέρριψε συμβόλαιο με την τουρκική Μπεσίκτας, διότι επιθυμούσε να μετάσχει στο μεγάλο σκακιστικό τουρνουά, «Ιντερπόλις».

Ο Αγκντεσταϊν υπήρξε συμπαίκτης με τον θεωρούμενο κορυφαίο ποδοσφαιριστή της ιστορίας της Λιν, Τομ Σούντμπι, που τις περιόδους 1986-87, 1987-88 και 1988-89, αγωνίσθηκε στον Ηρακλή.

Σκακιστές που έκαναν καριέρα και στην μπάλα

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1990, στα νησιά Φερόε (μια μικρή χώρα που βρίσκεται στον βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό, ανάμεσα στη Μ. Βρετανία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία), σημειώθηκε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου. Σε προκριματικό αγώνα της διοργάνωσης του 1992, η άσημη εθνική ομάδα των νησιών νίκησε την Αυστρία. Μπορεί το αυστριακό ποδόσφαιρο να μην ήταν πλέον αυτό που ήταν τη δεκαετία του ’50, αλλά βρισκόταν στον παγκόσμιο χάρτη του αθλήματος. Λίγους μήνες πριν, η εθνική ομάδα της χώρας είχε μετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας και είχε σταθεί αξιοπρεπώς. Είχε πάρει την 3η θέση στον όμιλό της με δύο βαθμούς και 2-3 τέρματα, πίσω από τις Ιταλία και Τσεχοσλοβακία, ενώ είχε νικήσει με 2-1 τις ΗΠΑ. Η Αυστρία, άλλωστε, ήταν παρούσα στους τελικούς του Π.Κ. και το 1978 και το 1982 και αργότερα το 1998. Γιατί τα γράφουμε όλα αυτά; Για να καταδείξουμε το μέγεθος της έκπληξης. Και ποιος ήταν ο πρωταγωνιστής (και σκόρερ) αυτής; Ενας άσημος ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής, ο Τόρκιλ Νίλσεν. Τι άλλο ήταν, όμως, ο Νίλσεν; Τρεις φορές πρωταθλητής της χώρας του στο σκάκι. Μάλιστα, το 1982, το 1984 και το 1988 πήρε μέρος στην Ολυμπιάδα σκακιού. Στο ποδόσφαιρο χρίσθηκε 18 φορές διεθνής και με την εθνική ομάδα σημείωσε δύο τέρματα,

Αλλοι τρεις γνωστοί σκακιστές είχαν παίξει με επιτυχία ποδόσφαιρο. Ο Ούγγρος, Πέτερ Λέκο, ο οποίος το 1992, στα 14 του, έγινε ο νεότερος γκραν μετρ στη σκακιστική ιστορία, είχε επιλεγεί για τα περιφερειακά κλιμάκια εφήβων της Ουγγαρίας. Ο ακόμη αγωνιζόμενος, στα 68 του χρόνια, γκραν μετρ, Βλάστιμιλ Γιάνσα, επί χρόνια κορυφαίος σκακιστής της χώρας του, είχε μετάσχει, εκτός από πολλές φορές στις σκακιστικές Ολυμπιάδες, και στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου εφήβων της Τσεχοσλοβακίας. Ο Μπέλα Σόος, Ρουμάνος διεθνής μετρ, που είχε πάρει μέρος με την εθνική Ρουμανίας σε Ολυμπιάδες σκακιού, είχε παίξει ποδόσφαιρο σε καλό επίπεδο.

Υπάρχει και η αντίθετη περίπτωση: Ο Τσαρλς Ρέφορντ – Μπράουν (1866-1951). Διετέλεσε αρχηγός της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Αγγλίας, αλλά και καλός παίκτης του κρίκετ. Λέγεται, ότι ήταν αυτός, που καθιέρωσε τη λέξη «σόκερ» για το ποδόσφαιρο.

Διετέλεσε αντιπρόεδρος της αγγλικής ομοσπονδίας ποδοσφαίρου από το 1941 ώς τον θάνατό του. Υπήρξε, όμως και καλός σκακιστής. Το 1933 πήρε μέρος στο βρετανικό πρωτάθλημα, αλλά αναγκάσθηκε ν’ αποσυρθεί μετά τον Β’ γύρο, λόγω ασθένειας. Πρόλαβε να πετύχει μία νίκη και μία ισοπαλία.

Ανώτερος όλων, όμως, ήταν ο Αγκντεσταϊν. Οταν το 1989 έπαιζε στο «Ιντερπόλις» -στο οποίο, μεταξύ άλλων, μετείχαν οι Σοβιετικοί, Γκάρι Κασπάροφ (τότε πρωταθλητής κόσμου) και Βίκτορ Κορτσνόι, που είχε φθάσει δύο φορές στον τελικό του παγκόσμιου πρωταθλήματος- ήταν Νο 16 στην παγκόσμια σκακιστική κατάταξη και είχε ήδη αγωνισθεί οκτώ φορές με την εθνική ποδοφαίρου της Νορβηγίας, όταν αυτή είχε αρχίσει ν’ ανεβαίνει διεθνώς. Ο Κασπάροφ τον χαρακτήρισε, «δυνατότερο ερασιτέχνη από όλους τους γκραν μετρ».

Δεν φαίνεται ν’ αγάπησε πολύ το ποδόσφαιρο. «Νομίζω, ότι έπρεπε να είμαι χαρούμενος, που έφυγα από το »τσίρκο» του ποδοσφαίρου. Επρεπε να το είχα σταματήσει νωρίτερα. Αλλά όταν έφθασα στην εθνική ομάδα δεν ήταν εύκολο να σταματήσω», είπε κάποτε.

Κι όμως, η απόσυρσή του επηρέασε πολύ τη σκακιστική του σταδιοδρομία. Οπως προαναφέραμε, το παιχνίδι του «χάλασε». Και σε αυτό έπαιξε ρόλο και το γεγονός, ότι η εθνική Νορβηγίας θ’ αγωνιζόταν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 χωρίς αυτόν.

«Ο τραυματισμός στο γόνατο και ό,τι ακολούθησε, αναποδογύρισαν τη ζωή μου για μερικά χρόνια. Ημουν άρρωστος, όχι μόνο τραυματίας. Γι’ αυτό οι βαθμοί μου και τα πάντα έπεσαν μετά το 1992», παραδέχθηκε.