ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το ολυμπιακό κόστος απειλεί το Λονδίνο

Τους μήνες που προηγήθηκαν των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004, ο βρετανικός Τύπος έβριθε δημοσιευμάτων που αμφισβητούσαν την ικανότητα της Ελλάδας να φιλοξενήσει άρτιους, ασφαλείς Αγώνες, αγνοώντας το πραγματικό πρόβλημα που είχε η ελληνική διοργάνωση, δηλαδή τη διόγκωση των εξόδων σε μέγεθος δυσβάσταχτο για μια μικρή χώρα.

Εφτά χρόνια μετά το 2004 και έναν πριν από τους Αγώνες του Λονδίνου, ο τροχός έχει γυρίσει και είναι η σειρά των Αγγλων να αγωνιούν για τις συνθήκες και το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012, ύστερα και από τις ταραχές που συγκλόνισαν την πόλη και όλη τη χώρα τις τελευταίες ημέρες.

Οταν το Λονδίνο κατέθεσε την υποψηφιότητά του για την ανάληψη της διοργάνωσης του 2012, ο τότε δήμαρχος της βρετανικής πρωτεύουσας, Κεν Λίβινγκστον είχε υποσχεθεί ότι το κόστος τους θα ανερχόταν σε μόλις 2 δισεκατομμύρια λίρες (2,3 δισ. ευρώ).

Οι τελευταίοι υπολογισμοί έξι χρόνια αργότερα, λίγες μέρες πριν ξεσπάσουν οι ταραχές και οι λεηλασίες στην Αγγλία, έφεραν το κόστος στο δεκαπλάσιο του αρχικού επιπέδου, δηλαδή στα 23 δισ. ευρώ.

Τα πρόσφατα επεισόδια έλαβαν χώρα σε περιοχές του Λονδίνου που είναι υποβαθμισμένες και γι’ αυτό τον λόγο είχαν επιλεγεί και από την οργανωτική επιτροπή των Αγώνων, ώστε να αναγεννηθούν με την ευκαιρία της διοργάνωσης. Το ανατολικό Λονδίνο, περιλαμβανομένου και του Χάκνεϊ όπου συνέβησαν εκτεταμένα επεισόδια, είναι σχεδόν έτοιμο να υποδεχθεί το κύριο βάρος των Ολυμπιακών, όχι όμως και την έκρηξη βίας που σημειώθηκε από το περασμένο Σάββατο και μετά.

«Εχουμε δεσμευτεί να διοργανώσουμε ασφαλείς Αγώνες, κι αυτό θα πράξουμε», υποσχέθηκε την Τρίτη ο υφυπουργός με αρμοδιότητα τους Ολυμπιακούς Αγώνες, Χιου Ρόμπερτσον. «Ολα τα στοιχεία δείχνουν πως οι ταραχές αυτές αποτελούν χαμηλού επιπέδου εγκληματικότητα καθοδηγούμενη από μηνύματα σε κοινωνικά δίκτυα, και όχι κάποια νέα, αναδυόμενη απειλή για την ασφάλεια», πρόσθεσε, επιχειρώντας να υποβαθμίσει τα περιστατικά κοινωνικής βίας.

Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή παρακολουθεί με ανησυχία τις εξελίξεις, με τον επικεφαλής συντονισμού των Αγώνων, τον γνωστό μας από το 2004 Ντένις Οσβαλντ να επισκέπτεται την περασμένη Τρίτη το Λονδίνο. Αν και δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως, έχει αρχίσει ανασχεδιασμός της στρατηγικής ασφαλείας των Αγώνων του 2012, με το αντίστοιχο φυσικά κόστος.

«Προφανώς πρέπει να αναθεωρήσουμε τα πλάνα μας με δεδομένα τα αισχρά περιστατικά των τελευταίων ημερών στο Λονδίνο, ώστε να βεβαιωθούμε ότι θα πάρουμε τα κατάλληλα μαθήματα», δήλωσε ο Κρις Αλισον, συντονιστής της Εθνικής Υπηρεσίας Ολυμπιακής Ασφάλειας. Σε μια χώρα όμως όπου το δημόσιο χρέος καλπάζει και η κυβέρνηση συνασπισμού Συντηρητικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών έχει υποχρεωθεί σε σκληρά αντιλαϊκά μέτρα λιτότητας, τα επιπλέον εκατομμύρια που θα απαιτηθούν για τη διασφάλιση της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου χωρίς προβλήματα αναμένεται να επιδεινώσουν την οικονομική κρίση στη χώρα.

Παρά ταύτα, ο επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής των Αγώνων, ο Λόρδος Σεμπάστιαν Κόου δήλωσε προ ημερών στην «Καθημερινή» ότι δεν τίθεται θέμα για την επιβάρυνση της οικονομίας από το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων, ισχυριζόμενος ότι τα κέρδη από μια τέτοια διοργάνωση είναι πολλαπλά και δεν πρόκειται να βρεθεί υπόλογος για τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Πού θα φτάσει όμως το τελικό κόστος;

Η 11η Σεπτεμβρίου και η Αθήνα

Πρόσφατη έρευνα του αμερικανικού οικονομικού περιοδικού Forbes έφερε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου ως τους δεύτερους ακριβότερους στην ιστορία, μετά τους τελευταίους στο Πεκίνο και αρκετά μπροστά από εκείνους της Αθήνας το 2004. Ιδιαιτέρως για τη διοργάνωση της Αθήνας το περιοδικό τονίζει πόσο επιβάρυνε την οικονομία η διοργάνωση, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Η ελληνική τραγωδία των Αγώνων της Αθήνας συνίστατο στο τεράστιο χρέος που φορτώθηκαν οι Ελληνες μετά τους Αγώνες». Το δημοσίευμα θυμίζει ότι το 2004 το έλλειμμα του προϋπολογισμού έφτασε το 5,3% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, έναντι του ορίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο 3%, ενώ το χρέος ανήλθε στο 112% του ΑΕΠ, «δηλαδή στα 50.000 ευρώ ανά νοικοκυριό», όπως αναφέρει με εύγλωττο τρόπο.

Τονίζει ακόμη ότι το κόστος αυξήθηκε καθώς επρόκειτο για τους πρώτους θερινούς Αγώνες μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001.