ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

ΣΤΗ ΣΕΝΤΡΑ

Οταν γράφονταν αυτές οι γραμμές δεν ήταν γνωστό αν θα ξεκινoύσε το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα της Ιταλίας. Επρεπε να ξεκινήσει αλλά οι συζητήσεις μεταξύ του συνδικάτου των ποδοσφαιριστών και των αρμόδιων φορέων (ομοσπονδία και Λίγκα) μέχρι την Παρασκευή δεν είχαν ολοκληρωθεί. Στην Ισπανία άναψε το «πράσινο φως». Το τι τελικώς αποφασίστηκε έχει μικρή σημασία – σημασία στην προκειμένη περίπτωση ήταν τι διεκδικούσαν οι ποδοσφαιριστές. Στην Ισπανία το βασικό τους πρόβλημα ήταν ότι δεν είχε υπογραφεί από τη Λίγκα η ασφαλιστική τους κάλυψη – προφανώς λόγω οικονομικών προβλημάτων οι πρόεδροι των ισπανικών ομάδων θα ήθελαν να γλιτώσουν ένα έξοδο που θεωρούν πρόσθετο. Στην Ιταλία επιπλέον υπήρχε και κάτι ακόμα: οι παίκτες ζητούσαν οι ομάδες να ενισχύσουν το ταμείο αλληλεγγύης των άνεργων ποδοσφαιριστών και να δεσμευτούν ότι θα σταματήσουν να υποχρεώνουν τους ποδοσφαιριστές να προπονούνται μόνοι τους όταν αυτοί αρνούνται να ανανεώσουν τα συμβόλαιά τους. Αυτές οι συνδικαλιστικές απαιτήσεις συζητήθηκαν για μέρες: προφανώς δεν μπορώ να γνωρίζω αν είναι υπερβολικές ή δίκαιες – κάνω απλώς την επισήμανση για να γίνει μια σύγκριση μεταξύ Ισπανών, Ιταλών και Ελλήνων ποδοσφαιριστών. Κυρίως για να επισημανθεί η θλίψη που προκαλούν οι δικοί μας που χρόνια τώρα παρακολουθούν βουβοί και αμέτοχοι το θέατρο του παραλόγου που λέγεται ελληνικό ποδόσφαιρο.

Είναι εντυπωσιακό ότι σε αυτό το απίστευτο για το ελληνικό ποδόσφαιρο καλοκαίρι μίλησαν όλοι εκτός από τους ποδοσφαιριστές! Ακούσαμε πολιτικούς και πολιτευτές, έγκλειστους και ελεύθερους προέδρους, εισαγγελείς και ανακριτές, δημοσιογράφους

και οργανωμένους οπαδούς αλλά δεν ακούσαμε τι έχουν να πουν για όσα έγιναν στον χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου οι παίκτες! Αν κάποιος παρακολουθούσε π.χ. την πορεία των αποκαλύψεων για τα στημένα ματς θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι παίκτες είναι μαριονέτες των οποίων τα σκοινάκια κουνάνε οι πρόεδροι! Στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν γνωρίζουν, δεν καταλαβαίνουν, δεν αντιδρούν. Στη χειρότερη πηγαίνουν στα δικαστήρια για να καταθέσουν υπέρ του αμαρτωλού εργοδότη τους και ας λένε στις ιδιωτικές τους συζητήσεις πόσο λέρα είναι.

Μεγάλωσα θαυμάζοντας τους ποδοσφαιριστές – τους έβλεπα σαν προικισμένα παιδιά με δεξιότητες που ζήλευα. Σήμερα διαπιστώνω πως η πιο μεγάλη τους αρετή είναι η στωικότητα μιας βουβαμάρας. Δεν έπαψα να τους αγαπάω αλλά πλέον η αγάπη μου έχει τον χαρακτήρα συμπόνιας: σωπαίνουν είτε από φόβο είτε από θλίψη…