ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Πόσο κοστίζει να είσαι φίλαθλος;

Ερευνα για το κόστος παρακολούθησης ενός ποδοσφαιρικού αγώνα στην Αγγλία πραγματοποίησε προ λίγων ημερών το BBC, από την οποία προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία, ως προς τις τιμές απλών εισιτηρίων και εισιτηρίων διαρκείας.

Η «Κ» ερεύνησε και τις αντίστοιχες τιμές στα τρία κυριότερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, αυτά της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, καθώς επίσης και το κόστος της συνδρομητικής τηλεόρασης που απαιτείται προκειμένου ο τηλεθεατής να παρακολουθήσει τις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις από τον καναπέ του σπιτιού του.

Παρατηρώντας τις τιμές, διαπιστώθηκε πως η Ελλάδα καταγράφει μια ασυνήθιστη πρωτιά σε αυτόν τον τομέα, καθώς για να παρακολουθήσει κάποιος το ελληνικό πρωτάθλημα τηλεοπτικώς, χρειάζεται 58 ευρώ τον μήνα.

Στη Γερμανία χρειάζεται 54, στην Ιταλία 49, στη Μ. Βρετανία 44 και στην Ισπανία 20. Η Γερμανία αποτελεί ένα παράδειγμα προς μίμηση ως προς τον τρόπο που έχει δομηθεί το πρωτάθλημα τα τελευταία χρόνια. Η «Κ» είχε αναφερθεί εκτενώς στο θέμα τον περασμένο Αύγουστο και στην εξαιρετικά συμφέρουσα συμφωνία της Μπουντεσλίγκα με τηλεοπτικό συνδρομητικό κανάλι, που θα αποφέρει στη διοργανώτρια Αρχή του γερμανικού πρωταθλήματος αυξημένα τηλεοπτικά έσοδα. Στη Γερμανία, μάλιστα, σημειώνεται και το ευρωπαϊκό ρεκόρ διάθεσης εισιτηρίων διαρκείας, καθώς η περσινή πρωταθλήτρια Μπορούσια Ντόρτμουντ πούλησε φέτος 53 χιλιάδες κάρτες, έχοντας μάλιστα 35 χιλιάδες ανθρώπους στη λίστα αναμονής. Τα λιγότερα πούλησε η Γκρόιτερ Φιρτ με 7 χιλιάδες, έχοντας όμως γήπεδο χωρητικότητας 18.500 θέσεων. Τα απλά εισιτήρια είναι τα πιο φθηνά σε σχέση με τα 4 μεγαλύτερα πρωταθλήματα, καθώς ο μέσος όρος του πιο φθηνού εισιτηρίου υπολογίζεται στα 13,29 ευρώ. Στην Ιταλία, η αντίστοιχη τιμή προσδιορίζεται στα 17 ευρώ, στην Ισπανία στα 32 και στην Αγγλία στα 36 ευρώ.

Νέο γήπεδο σημαίνει αυτομάτως υψηλότερες τιμές στα εισιτήρια όπως αποδεικνύεται από τις περιπτώσεις των Αρσεναλ και Γιουβέντους. Η Αρσεναλ είναι η «ακριβότερη» στην Αγγλία, και η Γιουβέντους στην Ιταλία. Για την πρωταθλήτρια ομάδα του Τορίνο, το νέο υπερσύγχρονο γήπεδο αποτελεί μεγάλο κίνητρο για την προσέλευση των φιλάθλων της και πιθανότατα θα ήταν πρώτη στη λίστα των πωλήσεων διαρκείας, ωστόσο αποφάσισε να διαθέσει 27.500 τα οποία διατέθηκαν εξ ολοκλήρου.

Πρώτη στην Ιταλία είναι η Ιντερ με 35.000 και τελευταία η Κάλιαρι με 3.200.

Τα τηλεοπτικά έσοδα

Τα βασικότερα έσοδα των ποδοσφαιρικών ομάδων, όπως είναι φυσικό, προκύπτουν από τις τηλεοπτικές συμβάσεις που γίνονται από την εκάστοτε ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και αφορούν όλους τους συλλόγους.

Πρώτη και με διαφορά είναι η Αγγλία, καθώς πέραν των πωλήσεων των αγώνων προς τους Βρετανούς, είναι ένα πρωτάθλημα που πωλείται παγκοσμίως σε πολλές χώρες. Κάτι παραπάνω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ εισπράττει η Πρέμιερ Λίγκ, διοχετεύοντας το μεγαλύτερο ποσό στις ομάδες και εξηγώντας κατά αυτόν τον τρόπο την αγγλική κυριαρχία στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Δεύτερη είναι η Ιταλία με 897 εκατομμύρια, τρίτη η Γερμανία με 892 και τέταρτη η Ισπανία με 560. Η Ισπανία είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, όμως, καθώς Ρεάλ Μαδρίτης και Μπαρτσελόνα διαπραγματεύονται ξεχωριστά τα τηλεοπτικά τους δικαιώματα από τις υπόλοιπες ομάδες της Πριμέρα Ντιβιζιόν. Η Μπαρτσελόνα με τα 105 χιλιάδες μέλη είναι προφανώς πρώτη στην κατηγορία με τα εισιτήρια διαρκείας, καθώς ούτως ή άλλως δεν χωρούν όλα τα μέλη της στο Καμπ Νου με χωρητικότητα 98 χιλιάδων θεατών.

Προσέλευση ανά πληθυσμό

Εντύπωση όμως προκαλεί ένα στοιχείο μιας πανευρωπαϊκής έρευνας που διεξήχθη και αφορά την προσέλευση των θεατών στο γήπεδο ως προς τον πληθυσμό κάθε χώρας. Στην πρώτη πεντάδα απουσιάζουν όλα τα «μεγάλα» πρωταθλήματα της Ευρώπης και στην εν λόγω κατηγορία βρίσκονται οι διοργανώσεις της Σκωτίας, της Κύπρου, της Νορβηγίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου. Στην 6η θέση βρίσκεται η Αγγλία με περίπου 14 εκατομμύρια εισιτήρια την περασμένη χρονιά που αντιστοιχούν στο 26,4% του πληθυσμού. Πρώτη και με διαφορά η Σκωτία με 61,2%, η Νορβηγία δεύτερη με 40%, η Κύπρος με 39,4%, η Ολλανδία με 35,6% και το Βέλγιο με 26,7%. Τις προηγούμενες χρονιές, η Ελλάδα βρισκόταν περίπου στο 10 με 12 τοις εκατό, καθώς «κοβόντουσαν» περίπου 1,2 εκατομμύρια εισιτήρια ετησίως.