ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο «πάνθηρας» που τρόμαζε τα γήπεδα της Ευρώπης

Ηταν ό,τι ο Πελέ για τους Βραζιλιάνους, ο Μαραντόνα για τους Αργεντινούς, ο Κρόιφ για τους Ολλανδούς. Ενα σύμβολο μιας ολόκληρης χώρας που δεν στερήθηκε ποτέ ποδοσφαιρικού ταλέντου. Πολύ πριν από τους Κριστιάνο Ρονάλντο και Λουίς Φίγκο, το όνομα του Εουσέμπιο ντα Σίλβα Περέιρα ήταν αυτό που πρωταγωνιστούσε στα ποδοσφαιρικά κιτάπια της πορτογαλικής ιστορίας.

Η είδηση του θανάτου του, πριν από περίπου μία εβδομάδα, στις 5 Ιανουαρίου, δεν άφησε ασυγκίνητο κανέναν. Ο «μαύρος πάνθηρας», το «μαύρο μαργαριτάρι» ή απλώς «ο βασιλιάς», σε ηλικία 71 ετών, πέθανε από καρδιακή ανακοπή στο σπίτι του, αφήνοντας πίσω του μια παγκόσμια κληρονομιά στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1942 στη Μοζαμβίκη (πρώην πορτογαλική αποικία) από τον Λαουρίντο Αντόνιο Φερέιρα ντα Σίλβα, έναν λευκό εργάτη σιδηροδρόμων από την Αγκόλα και τη Μοζαμβικανή, Ελίζα Ανισαμπένι. Ο θάνατος του πατέρα από τέτανο το 1950 έκανε ακόμα πιο δύσβατο τον δρόμο που έπρεπε να πορευτεί ο 8χρονος -τότε- Εουσέμπιο. Χωρίς δίψα για γράμματα, το παιχνίδι της μπάλας ήταν μία από τις λίγες διεξόδους για πολλά παιδιά της περιοχής. Ονειρο όλων ήταν να αγωνιστούν σε κάποια από τις ομάδες της χώρας οι οποίες ουσιαστικά ήταν θυγατρικές των πορτογαλικών ομάδων που «συνέλεγαν» τα ταλεντάκια από την Αφρική. Με τους φίλους του έφτιαξαν μια ομάδα με τον όνομα «Οι Βραζιλιάνοι», επηρεαζόμενοι από τη μεγάλη Βραζιλία της δεκαετίας του ’50 και με μπάλες φτιαγμένες από κάλτσες και εφημερίδες προσπαθούσαν να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους προκειμένου να γίνουν αντιληπτοί από τις… κανονικές ομάδες.

Ως οπαδός της Μπενφίκα προσπάθησε να ενταχτεί στην Γκρούπο Ντεπορτίβο ντε Λοουρένσο ντε Μάρκες, η οποία «τροφοδοτούσε» με παίκτες τους «Αετούς» της Λισσαβώνας. «Κόπηκε» χωρίς να δοκιμαστεί και, έπειτα, απευθύνθηκε στο αντίπαλο δέος, τη Σπόρτινγκ Κλουμπ ντε Λοουρένσο Μάρκες, η οποία ήταν η θυγατρική της Σπόρτινγκ Λισσαβώνας. Εκεί, ξεδίπλωσε το ταλέντο του, προσελκύοντας το ενδιαφέρον ευρωπαϊκών ομάδων. Σε ηλικία 15 ετών η Γιουβέντους είχε προσπαθήσει να τον «αρπάξει», αλλά η μητέρα του ήταν ανένδοτη στο ενδεχόμενο να φύγει ο γιος της για την Ιταλία.

Η Μπενφίκα αντιλαμβανόμενη το λάθος που είχε κάνει λίγα χρόνια νωρίτερα και γνωρίζοντας τη δίψα του παίκτη να αγωνιστεί στον σύλλογο, θέλησε και κατάφερε με περιπετειώδη τρόπο να τον κάνει δικό της. Πλησίασε την οικογένεια του Εουσέμπιο, της προσέφερε αρκετά χρήματα και κάτω από τη μύτη της Σπόρτινγκ Λισσαβώνας, προχώρησε σε μια επεισοδιακή μεταγραφή. Η Σπόρτινγκ μόλις αντιλήφθηκε ότι έχανε ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα της θυγατρικής της ομάδας προσπάθησε να μπλοκάρει τη μεταγραφή με κάθε τρόπο. Ωστόσο, οι άνθρωποι της Μπενφίκα ήταν αποφασισμένοι να μην κάνουν δύο φορές το ίδιο λάθος. Στις 17 Δεκεμβρίου 1960 ο Εουσέμπιο μεταφέρθηκε στην Πορτογαλία με το κωδικό όνομα Ρουθ Μαλόσο και φυγαδεύτηκε στο Λάγος της νότιας Πορτογαλίας, μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος της μεταγραφής. Σκοπός της κινηματογραφικής μεταφοράς ήταν οι φόβοι των ανθρώπων της Μπενφίκα για… απαγωγή του νεαρού άσου από τη Σπόρτινγκ. Στις 12 ημέρες της παραμονής στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου ο Εουσέμπιο ένιωσε αρκετές φορές το αίσθημα της φυγής με σκοπό την επιστροφή στη Μοζαμβίκη. Ωστόσο, ύστερα από συμβουλή της μητέρας του, έκανε υπομονή και εν τέλει δικαιώθηκε.

Τα «παράσημα» μιας καριέρας

Αφού η Μπενφίκα ολοκλήρωσε τα διαδικαστικά της μεταγραφής τον Μάιο του 1961, είχε έρθει η ώρα των αποδείξεων. Ο κόσμος αδημονούσε να δει αυτό το παιδί που έτρεχε τα 100 μέτρα σε 11 δευτερόλεπτα, είχε ασύλληπτο δεξί σουτ, απαράμιλλη αντοχή και μοναδική τεχνική. Στις 23 Μαΐου, στο ανεπίσημο ντεμπούτο του, σε φιλικό αγώνα με την Ατλέτικο Κλουμπ ντε Πορτουγκάλ σημειώνει χατ τρικ. Το «μαύρο μαργαριτάρι» μόλις είχε φανερώσει την πρώτη λάμψη του. Εκανε το ντεμπούτο στην Μπενφίκα μία μέρα μετά την κατάκτηση του κυπέλλου Πρωταθλητριών από την ομάδα του Μπέλα Γκούτμαν, το 1961. Στο επόμενο θα ήταν πρωταγωνιστής. Στις 2 Μαΐου 1962, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Αμστερνταμ, η Μπενφίκα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη Ρεάλ των Πούσκας και Ντι Στέφανο στον μεγάλο τελικό. Με δύο δικά του γκολ οι «Αετοί» κατακτούν για δεύτερη συνεχόμενη φορά το βαρύτιμο τρόπαιο, νικώντας με 5-3. Στα επόμενα 15 χρόνια ακολούθησαν τρεις χαμένοι τελικοί, το 1963 από τη Μίλαν, το 1965 από την Ιντερ και το 1968 από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά και 11 πρωταθλήματα Πορτογαλίας, πέντε κύπελλα και πάμπολλες προσωπικές διακρίσεις. Καταπονημένος από τραυματισμούς κυρίως στα γόνατά του, σε ηλικία 33 ετών, αρχίζει μια μικρή «Οδύσσεια» σε ΗΠΑ, Καναδά Μεξικό, αλλά και σε μικρότερες ομάδες της Πορτογαλίας έως και το 1979, όταν αποφασίζει να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, έχοντας σημειώσει σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του 571 γκολ σε 574 εμφανίσεις! Ξεχωριστό κεφάλαιο υπήρξε η εθνική Πορτογαλίας με την οποία σκόραρε 41 φορές σε 64 αγώνες, οδηγώντας την στην τρίτη θέση του Μουντιάλ της Αγγλίας το 1966. Εκεί, είχε σκοράρει εννιά τέρματα, τα τέσσερα εκ των οποίων στον προημιτελικό με τη Βόρεια Κορέα (5-3).

Ταπεινός και παθιασμένος με το ποδόσφαιρο

Πέρα από τα ποδοσφαιρικά κατορθώματα, ο Εουσέμπιο έμεινε στη μνήμη των φιλάθλων και για την ταπεινοφροσύνη του. Ποιος δεν τον θυμάται να συγχαίρει από καρδιάς τον Θοδωρή Ζαγοράκη κατά την απονομή του Euro 2004 στην Πορτογαλία; Σε μία διοργάνωση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των γηπεδούχων, ο μεγάλος Εουσέμπιο κατάφερε να φορέσει έστω κι ένα ψεύτικο -αλλά πειστικό- χαμόγελο, κρύβοντας την πικρία του για το απροσδόκητα χαμένο τρόπαιο των συμπατριωτών του, από την Εθνική Ελλάδος.

Δεν ήταν, όμως, η πρώτη φορά που ο «μαύρος πάνθηρας» προκαλούσε τα θετικά σχόλια για τον χαρακτήρα του. Χαραγμένη στη μνήμη όσων την έζησαν έχει μείνει μία στιγμή ποδοσφαιρικής… αναγνώρισης στο μακρινό 1968. Στον τελικό του κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Γουέμπλεϊ, με αντίπαλο τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Εουσέμπιο είχε τη μεγάλη ευκαιρία στα τελευταία λεπτά του αγώνα, με το σκορ στο 1-1, να χαρίσει το τρόπαιο στην ομάδα του. Βγήκε σε θέση τετ α τετ με τον τερματοφύλακα, Αλεξ Στέπνεϊ, ο οποίος κατάφερε να μπλοκάρει τον «κεραυνό» του Πορτογάλου. Αμέσως, ο Εουσέμπιο στάθηκε μπροστά του, έδωσε το χέρι του στον Βρετανό και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε εκεί να τον χειροκροτεί για τη μεγάλη επέμβαση που όπως αποδείχθηκε χάρισε το τρόπαιο στη Μάντσεστερ η οποία στην παράταση επικράτησε με 4-1.

Μέχρι και το τέλος της ζωής του υπηρέτησε πιστά από όποιο πόστο του ζητήθηκε τόσο την Μπενφίκα, όσο και την Πορτογαλία. Τα τελευταία χρόνια υπέφερε από προβλήματα υγείας αλλά, η αγάπη για το ποδόσφαιρο αποδεικνυόταν το ισχυρότερο φάρμακο. Σε κάθε του βήμα, με κάθε του λέξη επιβεβαίωνε τα πρώτα λόγια που είχε ψιθυρίσει για εκείνον, ο Μπέλα Γκούτμαν στον βοηθό του, Φερνάντο Καϊάδο, όταν τον είχε δει στην πρώτη του προπόνηση: «Είναι χρυσός! Είναι χρυσός!».