ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Γεννημένος για να τρέχει έναν αδιάκοπο μαραθώνιο

gennimenos-gia-na-trechei-enan-adiakopo-marathonio-2053261

Ολη η ζωή του ένας… μαραθώνιος. Ακόμα και σήμερα που διανύει το 94ο έτος της ηλικίας του, τις περισσότερες φορές, αρνείται να χρησιμοποιήσει κάποιο όχημα διότι θεωρεί ως καλύτερο μέσο μεταφοράς τα πόδια του. Ο λόγος για τον Φράνιο Μίχαλιτς, ο μεγαλύτερος Ολυμπιονίκης μαραθωνοδρόμος που βρίσκεται εν ζωή. Εχει πάρει μέρος σε 1.075 αγώνες, αντιμετώπισε τον Εμίλ Ζάτοπεκ και τον Αλέν Μιμούν, έτρεξε και στον Κλασσικό Μαραθώνιο Αθηνών, ενώ τα μετάλλια που συνέλεξε ζυγίζουν πάνω από 100 κιλά.

Ο Φράνιο Μίχαλιτς γεννήθηκε το 1920 στο χωριό Λουντίνα, το οποίο σήμερα ανήκει στην Κροατία. Τότε υπαγόταν στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Ο πατέρας του, ο Γιόσιπ, ήταν ράφτης και η μητέρα του, η Βερόνικα, μια νοικοκυρά που προσπαθούσε να μεγαλώσει τα 12 παιδιά της. Το 10ο, ο Φράνιο, από μικρός έδειξε την αγάπη του για τον αθλητισμό. Σε ηλικία 10 ετών άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο και στα 16 αγωνιζόταν στην Γκράφιτσαρ. Εκεί γνώρισε και τον Στέφαν Μπόμπεκ, ο οποίος έπαιζε με τα χρώματα της Λίτσανικ. Οι δύο νεαροί συνδέθηκαν με μία φιλία που διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του επιθετικού (2010).

Τα νεανικά του χρόνια, ο Φράνιο τα έζησε στο Ζάγκρεμπ, σε ένα σπίτι στις όχθες του ποταμού Σάβα. Η οικογένεια Μίχαλιτς ήταν φτωχή και ο νεαρός αναγκάστηκε να εργαστεί για να βοηθήσει οικονομικά τους δικούς του. Τα πρώτα του χρήματα τα έβγαλε ως βοηθός τυπογράφου. Το μικρόβιο του αθλητισμού, όμως, υπήρχε μέσα του. Ετσι, κατάφερε να συγκεντρώσει κάποιους μισθούς, να αγοράσει ένα ποδήλατο και να αρχίσει να αγωνίζεται για τον σύλλογο Ολύμπ. Τα ατυχήματα όμως ήταν πολλά και το σώμα του γρήγορα γέμισε με ουλές.

Η είσοδος στον χώρο του στίβου ήταν εντελώς συμπτωματική. Το 1940 πήρε μέρος στους εργατικούς αγώνες του Ζάγκρεμπ και, χωρίς προπόνηση, νίκησε τον εμπειρότερο αθλητή. Το ποδήλατο μπήκε στην αποθήκη και ο Φράνιο βρήκε στον στίβο τη νέα του αγάπη ενώ γρήγορα πέτυχε και εθνικά ρεκόρ στα 5.000 και στα 10 χλμ.

Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αγωνίστηκε για το Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας. Είχε πολλές επιτυχίες και χρησιμοποίησε τον αθλητισμό για να μην καταταγεί στον στρατό. Τα χρόνια, όμως, ήταν δύσκολα. «Μία ημέρα είχα αγοράσει ένα κιλό ψωμί. Στάθηκα στη βιτρίνα ενός καταστήματος που είχε αλλαντικά. Κοίταζα το λουκάνικο και έτρωγα το ψωμί, μετά πρόσεξα το σαλάμι και, στη συνέχεια, το μπέικον. Μασούσα το ψωμί και σκεπτόμουν ότι το έτρωγα με τα αλλαντικά. Ακόμα και σήμερα θυμάμαι τη γεύση που είχα φτιάξει στη φαντασία μου. Ηταν το πιο ωραίο γεύμα της ζωής μου» θα πει αργότερα σε συνέντευξή του.

Μετά τον Πόλεμο, ο Φράνιο αγωνίστηκε για τη Μλάντοστ και το 1947 η νέα ηγεσία της χώρας τον μετέφερε στο Βελιγράδι όπου φόρεσε τα χρώματα της Παρτιζάν. Εκεί, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Είχε μία καλοπληρωμένη δουλειά, μπορούσε να προπονηθεί και να πάρει μέρος σε αγώνες. Γρήγορα παντρεύτηκε και απέκτησε το πρώτο του παιδί.

Το ταλέντο του στις μεγάλες αποστάσεις το ανακάλυψε ο κορυφαίος προπονητής Αρτούρ Τάκατς. Μία από τις πρώτες διεθνείς επιτυχίες του Φράνιο ήταν στους Μεσογειακούς Αγώνες του 1951, στην Αλεξάνδρεια. Ετρεξε στα 10.000 μ. και τερμάτισε δεύτερος, πίσω από τον Αλέν Μιμούν αλλά ένα χρόνο μετά, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι, ήρθε 18ος στο ίδιο αγώνισμα.

Η κορυφαία στιγμή του 1956

Οσοι γνωρίζουν τον Φράνιο Μίχαλιτς τον χαρακτηρίζουν πεισματάρη. Η 18η θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι δεν τον πτόησε. Συνέχισε να ασχολείται με τον στίβο, καθώς το περπάτημα είχε γίνει γι’ αυτόν τρόπος ζωής. Και γρήγορα αποζημιώθηκε.

Το 1952 πρώτευσε σε διεθνή αγώνα στη Βραζιλία αλλά καθιερώθηκε το 1953. Εκείνη τη χρονιά διεξήχθησαν στη Γαλλία οι διεθνείς αγώνες κρος κάντρι (ανωμάλου δρόμου). Ο Φράνιο νίκησε στο αγώνισμα των 9 μιλίων (14,5 χλμ). Στη διοργάνωση της Βραζιλίας, όμως, ο Εμίλ Ζάτοπεκ του πήρε τον τίτλο. Φυσικά, ο πεισματάρης Γιουγκοσλάβος δεν το άφησε να περάσει έτσι. Επανήλθε στο Σάο Πάολο το 1954 και πήρε πίσω τα… σκήπτρα.

Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του ήταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1956, στο αγώνισμα του μαραθωνίου. «Δεν θα ξεχάσω την άσφαλτο που έκαιγε. Ημουν μπροστά από όλους όταν σταμάτησα να πιω νερό. Τότε έχασα την ισορροπία μου έπεσα επάνω στο τραπέζι και έσπασα τα ποτήρια. Χτύπησα και από τα γυαλιά τραυματίστηκα σε χέρια και πόδια. Σοκαρίστηκα και πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα για να συνέλθω. Οι βασικοί μου αντίπαλοι με προσπέρασαν. Τους έφτασα ύστερα από έξι χιλιόμετρα. Μόνο τον Μιμούν δεν κατάφερα να προσπεράσω. Ο Ζάτοπεκ και οι άλλοι με ακολουθούσαν. Πρώτος μπήκε στο στάδιο ο Γάλλος. Σταμάτησε για να με χειροκροτήσει. Ηξερε καλά τι σήμαινε αυτό το μετάλλιο για εμένα και τη χώρα μου. Ο Μιμούν ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος. Ακόμα θυμάμαι τα επιφωνήματα των φιλάθλων. Σίγουρα πρόκειται για τη μεγαλύτερή μου επιτυχία» έχει πει σε συνέντευξή του.

Το 1957, ο Φράνιο Μίχαλιτς έτρεξε και στον Κλασσικό Μαραθώνιο των Αθηνών. Κατέκτησε την πρώτη θέση, όπως και στην αντίστοιχη διοργάνωση της Μόσχας.

Ο αθλητισμός εξακολουθεί να «ζει» στο μυαλό του

Μια άλλη κορυφαία στιγμή στην καριέρα του Φράνιο Μίχαλιτς ήταν στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, το 1958. Κατάφερε να νικήσει τον προηγούμενο πρωταθλητή Τζον Τζ. Κέλι.

«Οι Γιουγκοσλάβοι αγαπάμε τις υψηλές θερμοκρασίες. Κάνουμε προπόνηση το μεσημέρι. Δεν με πείραξε η ζέστη. Γι’ αυτό και τα κατάφερα» είπε μετά τον αγώνα. Το 1960, ο Φράνιο ήταν 40 ετών. Παρόλα αυτά αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς της Ρώμης αλλά πλασαρίστηκε στη 12η θέση. Την επόμενη χρονιά έδειξε ότι, παρά τα 41, αντέχει ακόμη καθώς τερμάτισε πρώτος στον φημισμένο διεθνή αγώνα της Ιταλίας «Τσίνκουε Μουλίνι». Αποσύρθηκε από το άθλημα το 1966, μετά τη νίκη του στον ημιμαραθώνιο του Ούζιτσε (Σερβία). «Λυπάμαι που γεννήθηκα τόσο νωρίς. Οταν κέρδισα τον Μαραθώνιο στη Βοστώνη πήρα μόνο το χρυσό μετάλλιο. Σήμερα στον νικητή δίνουν 100.000 δολάρια και ένα αυτοκίνητο», είπε το 2000 σε συνέντευξή του.

Μπορεί στα 46 ο Φράνιο Μίχαλιτς να αποχώρησε από τον πρωταθλητισμό αλλά δεν έφυγε από τον αθλητισμό. Μέχρι και τα 70 έπαιρνε μέρος σε αγώνες 10.000 μ. Το 2000 είχε ένα ατύχημα και οι γιατροί του απαγόρευσαν το τρέξιμο αλλά επανήλθε το 2005 και κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια σε διεθνείς αγώνες βετεράνων. Το 2006, η γαλλική αθλητική εφημερίδα «L’ Equipe» διοργάνωσε εκδήλωση για την 50ή επέτειο από τον Μαραθώνιο του 1956 και εκεί συναντήθηκαν οι τρεις Ολυμπιονίκες (Μιμούν, Μίχαλιτς και Κάρβονιν).

Σήμερα, στα 94 του ο Φράνιο Μίχαλιτς έχει ένα παράπονο: «Ηθελα να πάω να δω τους Αγώνες στην Αθήνα, στο Πεκίνο και στο Λονδίνο. Προσευχήθηκα να με καλέσουν οι υπεύθυνοι αλλά κανένας δεν με θυμήθηκε. Ισως με θυμηθούν στο Ρίο».

Ο Μαραθωνοδρόμος έχει γράψει αρκετές μελέτες για τον αθλητισμό. «Ενας μαραθωνοδρόμος πρέπει να έχει έμφυτη αντοχή. Να τρέχει αβίαστα και να αναπνέει σωστά», αναφέρει σε μία από αυτές.