ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Από τη ντροπή στην κορυφή

apo-ti-ntropi-stin-koryfi-2084924

Οι κατηγορίες που συντάραξαν το ιταλικό ποδόσφαιρο απαγγέλθηκαν μία εβδομάδα αργότερα, οδηγώντας σε καταδίκες αρκετά πρόσωπα (παράγοντες και διαιτητές) αλλά και για ομάδες όπως η Μίλαν, η Φιορεντίνα, η Λάτσιο, η Ρετζίνα και φυσικά η Γιουβέντους. Η «γηραιά κυρία» ήταν η μόνη που τιμωρήθηκε και με υποβιβασμό στη δεύτερη κατηγορία, αφαίρεση δύο πρωταθλημάτων και με πρόστιμο 43 εκατ. ευρώ. Στην κορυφή της πυραμίδας του σκανδάλου βρέθηκε ο διευθυντής του κλαμπ, ο Λουτσιάνο Μότζι, ο οποίος φαίνεται ότι διάλαγε τους διαιτητές των αγώνων της ομάδας του. Αποβλήθηκε διά παντός από το ποδόσφαιρο, αντιμετωπίζοντας και ποινικές διώξεις. Εν τω μεταξύ, η Εθνική Ιταλίας, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, κέρδιζε τη Γερμανία στον ημιτελικό του Μουντιάλ και πέντε ημέρες αργότερα στεφόταν παγκόσμια πρωταθλήτρια μέσα στο Βερολίνο. Παρόντες σε εκείνη την ομάδα ήταν οι Μπουφόν, Πίρλο και Μπαρτσάλι, μέλη της σημερινής Γιουβέντους, η οποία έχει πλέον επιστρέψει και είναι έτοιμη να διεκδικήσει τον τίτλο του Τσάμπιονς Λιγκ – κατά σύμπτωση στο ίδιο γήπεδο, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου.

«Δεν εγκαταλείπεις ποτέ την Κυρία σου»

Τα εννιά χρόνια που μεσολάβησαν δεν ήταν καθόλου εύκολα για τη Γιουβέντους. Ηταν ένα οδοιπορικό εξιλέωσης στα αφιλόξενα γήπεδα της δεύτερης κατηγορίας, με κατεστραμμένη την υπόληψή της και με τη ρετσινιά της διαφθοράς να την ακολουθεί. Κάθε σφύριγμα υπέρ της, φυσικά, εθεωρείτο επιλήψιμο. Οι διαιτητές προτιμούσαν να την αδικήσουν. Ολη αυτή η ιστορία, επίσης, ισοδυναμούσε με μια τεράστια οικονομική πληγή. Τα έσοδα από τα τηλεοπτικά συμβόλαια και τα μπόνους του Τσάμπιονς Λιγκ χάθηκαν, τα εισιτήρια μειώθηκαν δραματικά, ενώ το όνομά της έχασε την εμπορική του αξία – αργότερα η Γιουβέντους προσέφυγε στα δικαστήρια και, αξιολογώντας τις οικονομικές ζημίες που υπέστη, αξίωσε (μάταια) αποζημίωση 444 εκατ. ευρώ.     

Πίσω στο 2006: όπως αναμενόταν, πολλά από τα αστέρια της (Ιμπραΐμοβιτς, Τιράμ, Καναβάρο, Βιεϊρά, Ζαμπρότα κ.ά.) αποχώρησαν χωρίς δεύτερη σκέψη, όπως και ο προπονητής της, ο Φάμπιο Καπέλο. Αλλοι, βέβαια, έμειναν πιστοί: οι Νέντβεντ, Καμορανέσι και Τρεζεγκέ, ο αρχηγός Αλεσάντρο ντελ Πιέρο («ένας τζέντλεμαν δεν εγκαταλείπει ποτέ την Κυρία του», είχε πει τότε), ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν και μερικοί πιτσιρικάδες, όπως ο Κιελίνι και ο Μαρκίσιο που εξελίχθηκαν σε βασικούς. Με προπονητή τον παλιό της ποδοσφαιριστή Ντιντιέ Ντεσάμπ, η «Γιούβε» επέστρεψε στη Serie A ένα χρόνο αργότερα.

Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι δεν πρόκειται για κάποιο τυχαίο σύλλογο. Είναι η πολυνίκης ομάδα στο ιταλικό πρωτάθλημα με 31 τίτλους και η δημοφιλέστερη, αριθμώντας πάνω από 10 εκατ. οπαδούς σε όλη τη χώρα. Είναι, επίσης, η ομάδα της οικογένειας Ανιέλι. Η αποκαλούμενη «βασιλική οικογένεια» της Ιταλίας δεν πτοήθηκε από το σκάνδαλο και διατηρεί ακόμη το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών, προσφέροντας διοικητική και οικονομική σταθερότητα. Με άλλα λόγια, η Γιουβέντους δεν θα έμενε αβοήθητη να χαθεί στη δίνη των εξελίξεων. Το ζητούμενο ήταν να μη βαλτώσει στη μετριότητα και, «εξαγνισμένη» πια, να κάνει τα σωστά βήματα για να γίνει ξανά μεγάλη. 

Η νέα εποχή

Αν για την επιστροφή στη μεγάλη κατηγορία χρειάστηκε ένας χρόνος, για την ουσιαστική επιστροφή σε πρωταγωνιστικό ρόλο χρειάστηκε λίγο περισσότερο. Τις τέσσερις σεζόν που ακολούθησαν παρήλασαν από το Τορίνο αμέτρητοι ποδοσφαιριστές, πέντε προπονητές (ανάμεσά τους και ο Κλαούντιο Ρανιέρι) και αρκετά διοικητικά στελέχη. Ηταν μέχρι να βρεθεί η σωστή συνταγή. Το 2010 ανέλαβε πρόεδρος ο 35χρονος Αντρέα Ανιέλι, δισέγγονος του ιδρυτή της FIAT, Τζιοβάνι Ανιέλι. «Δυσκολευόμασταν να ξεπεράσουμε τα γεγονότα του 2006», έχει πει ο ίδιος, «οπότε θεωρήσαμε ότι έπρεπε να αναλάβει τα ηνία ένα μέλος της οικογένειας». Επί της προεδρίας του τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται. Η αρχή έγινε το 2011 με τα εγκαίνια του υπερσύγχρονου Juventus Stadium, που εξελίχθηκε γρήγορα σε μια ισχυρή έδρα, γεμίζοντας τα ταμεία της ομάδας και, κυρίως, συμβολίζοντας την αρχή μιας νέας εποχής.

Την ίδια περίοδο προσελήφθη ως πρώτος προπονητής ο άνθρωπος που θα αναμόρφωνε και το αγωνιστικό τμήμα, ένας παλιός «γιουβεντίνος», ο Αντόνιο Κόντε. Τι κατάφερε; Η Γιουβέντους έχασε μόλις επτά φορές σε τρία χρόνια, κατέκτησε ισάριθμα πρωταθλήματα και εκμεταλλευόμενη την παρακμή των ομάδων του Μιλάνου εδραιώθηκε ξανά στην κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου. Δεν έγινε κάποιο θαύμα. Με τα χρόνια το ρόστερ της «Γιούβε» είχε αποκτήσει έναν βασικό κορμό, ο οποίος λίγο-λίγο ισχυροποιούνταν με προσθήκες όπως ο Αντρέα Πίρλο, ο Αρτούρο Βιντάλ, ο Πολ Πογκμπά, ο Στέφαν Λιχστάινερ, ο Κάρλος Τέβες. Προσεγμένες κινήσεις που εξυπηρετούσαν μια συγκεκριμένη αγωνιστική ταυτότητα. Ο Κόντε καθιέρωσε το 3-5-2, ένα σύστημα συμβατό με την ιταλική ιδιοσυγκρασία, εξασφαλίζοντας πρωτίστως αμυντική σταθερότητα και χτίζοντας την αυτοπεποίθηση της ομάδας. Εντός των συνόρων η Γιουβέντους του Κόντε ήταν (σχεδόν) ανίκητη.

Το πρόβλημα ήταν ότι στο Τσάμπιονς Λιγκ αδυνατούσε να κάνει την υπέρβαση. Τα πλουσιότερα κλαμπ από την Ισπανία, την Αγγλία και τη Γερμανία έμοιαζαν να βρίσκονται ένα σκαλί ψηλότερα. Ο Κόντε πίστεψε ότι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει και το καλοκαίρι αποχώρησε, λέγοντας ότι «αν έχεις 10 ευρώ στην τσέπη δεν μπορείς να φας σε ένα εστιατόριο που το γεύμα κοστίζει 100». Ο Ανιέλι τον αντικατέστησε με τον Μαξιμιλιάνο Αλέγκρι, έναν προπονητή που λίγους μήνες νωρίτερα είχε φύγει ως αποτυχημένος από τη Μίλαν. Ηταν μια περίεργη επιλογή, που εκ του αποτελέσματος κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη. Ο Αλέγκρι, άνθρωπος χαμηλών τόνων, δεν θέλησε να αλλάξει τη φυσιογνωμία της ομάδας. Σε επίπεδο τακτικής χρησιμοποίησε ως βάση το 4-4-2 (με κάτι σαν ρόμβο) αλλά όταν η ομάδα, κυρίως στην Ευρώπη, χρειαζόταν να αμυνθεί, γύριζε με αυτόματο πιλότο στο γνωστό 3-5-2 του Κόντε. Το είδαμε στους ημιτελικούς με τη Ρεάλ.

Στον τελικό της 6ης Ιουνίου, η Γιουβέντους θα είναι το αουτσάιντερ κόντρα στην Μπαρτσελόνα. Πιθανότατα δεν θα τα καταφέρει. Ετσι κι αλλιώς, όμως, η επιτυχία της είναι ότι μπορεί να υπερηφανεύεται ότι ξόρκισε τα φαντάσματά της, ότι πλήρωσε τις αμαρτίες της, ότι οικοδόμησε ένα υγιές περιβάλλον και ότι το όνομά της παραπέμπει πλέον σε μια, κατά τον πρόεδρό της, «θαυμάσια ιστορία επιστροφής» και όχι σε ένα σύλλογο που κινείται στο περιθώριο. Αυτός ο τελικός συμβολίζει ότι δεν υπάρχουν πια σκιές στον ουρανό του Τορίνο.  ≠