ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Λέρι Χαμπέλοφ: Διαρκής πάλη στα ταπί του αθλητισμού και της πολιτικής

leri-champelof-diarkis-pali-sta-tapi-toy-athlitismoy-kai-tis-politikis-2105345

Συνδυάζονται τα ταπί της πάλης με αυτά της πολιτικής; Ο Λέρι Χαμπέλοφ προσπαθεί να το πετύχει. Ο εκ των κορυφαίων παλαιστής της ελευθέρας στις βαριές κατηγορίες, αφού κυριάρχησε στις παλαίστρες όλων των διεθνών διοργανώσεων μπήκε στην… κονίστρα της πολιτικής και από το 2008 προσπαθεί να κάνει… πρωταθλητισμό, και εκεί.

Ο Λέρι Χαμπέλοφ γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου 1964, στην Τιφλίδα. Ακρογωνιαίος λίθος της, τότε, Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών ήταν ο αθλητισμός. Αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και της κοινωνικής ζωής της χώρας. Χιλιάδες παιδιά πήγαιναν στα στάδια και στα προπονητήρια και μέσα από αυτά επιλέγονταν τα καλύτερα που θα εκπροσωπούσαν και θα πρόβαλλαν τη χώρα στις διεθνείς διοργανώσεις. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και ο Λέρι Χαμπέλοφ. Ο καταγόμενος από την Οσετία νεαρός αθλητής αποδείχθηκε ότι είχε ταλέντο στην ελευθέρα πάλη και, παράλληλα, με τις μαθητικές σπουδές περνούσε ατελείωτες ώρες στις παλαίστρες. Οσοι προπονητές δούλευαν μαζί του έλεγαν για τον νεαρό τα καλύτερα λόγια και, γρήγορα, αυτός τους επιβεβαίωσε.

Το 1982 συμμετείχε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα παίδων και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο. Οι επικεφαλής του αθλητισμού της ΕΣΣΔ κατάλαβαν ότι ένα νέο αστέρι ανατέλλει. Μαζί με τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο, ο Λέρι Χαμπέλοφ συνέχισε να προπονείται. Το 1983 και το 1984 κυριάρχησε στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα νέων και, γρήγορα έγινε δεκτός στην εθνική ομάδα των ανδρών της ΕΣΣΔ.

Εκείνα τα χρόνια, οι διάφορες Σοβιετικές Δημοκρατίες… προμήθευαν  με  χιλιάδες  παιδιά  την  «κεντρική μηχανή» του  αθλητισμού  της  χώρας.

Οταν ένας αθλητής κατάφερνε να γίνει μέλος στην εθνική ομάδα του αθλήματός του αυτό ισοδυναμούσε, τουλάχιστον, με… ευρωπαϊκή διάκριση. Και αυτό γιατί ήταν τόσοι πολλοί οι άξιοι αθλητές, ιδιαίτερα στα βαρέα αθλήματα, οπότε όσοι εκπροσωπούσαν το εθνόσημο της χώρας διεκδικούσαν μία από τις θέσεις του βάθρου, σε όποια διοργάνωση έπαιρναν μέρος.

Ανάμεσα στα «αστέρια», που φώτιζαν τον αθλητισμό της ΕΣΣΔ, βρισκόταν και ο Λέρι Χαμπέλοφ. Το 1985 εντάχθηκε στην εθνική ομάδα ανδρών και την ίδια χρονιά έγινε πρωταθλητής κόσμου αλλά και Ευρώπης στην κατηγορία του. Με ύψος 1,88 και με κύρια χαρακτηριστικά τη δύναμη και την τεχνική εντυπωσίαζε μέσα στα ταπί με τις λαβές του.

Καθημερινά έκανε ατελείωτες ώρες προπόνησης γιατί είχε ως στόχο μόνο την κορυφή. «Ακούραστο εργάτη της παλαίστρας», τον έχουν χαρακτηρίσει οι συναθλητές αλλά και οι αντίπαλοί του. Γεννημένος για πρωταθλητής δεν συμβιβαζόταν με τις άλλες θέσεις.

Το 1987 εκπροσώπησε τη Ρωσία στο ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο πρωτάθλημα. Φυσικά, η πρώτη θέση του βάθρου, στην κατηγορία των 100 κ., έφερε το όνομά του και στις δύο διοργανώσεις. Την επόμενη χρονιά συνέλεξε και άλλο ένα χρυσό μετάλλιο από το πρωτάθλημα της Γηραιάς Ηπείρου.

Το 1988 ήταν Ολυμπιακή Χρονιά και οι ιθύνοντες της Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών πρόσεχαν ιδιαίτερα τις Ολυμπιακές Ομάδες τους διότι, θεωρούσαν, ότι οι επιτυχίες των αθλητών τους μεγάλωναν το γόητρο της χώρας τους στο εξωτερικό. Στα γυμναστήρια υπήρχαν εκατοντάδες φιλόδοξοι αθλητές που διεκδικούσαν μία θέση σε κάποια εθνική ομάδα, καθώς μία διάκριση θα τους εξασφάλιζε καλύτερη ποιότητα ζωής. Το ολυμπιακό εισιτήριο, όμως, για την κατηγορία των 100 κ. της ελευθέρας είχε «κλειστεί» από νωρίς στο όνομα Λέρι Χαμπέλοφ.

Η καταξίωση στη Βαρκελώνη

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988 (Σεούλ), ο Λέρι Χαμπέλοφ θεωρείτο φαβορί για το χρυσό μετάλλιο στα 100 κ., της ελευθέρας. Και οι επιδόσεις του στις πρώτες αναμετρήσεις έδειχναν να επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις.

Για να φτάσει στον τελικό της κατηγορίας πέτυχε πέντε νίκες και, μάλιστα, οι τρεις από αυτές με πτώσεις. Στον αγώνα για το χρυσό μετάλλιο βρέθηκε απέναντι στον Ρουμάνο, Βασίλι Πουσκάσου, ο οποίος στους προηγούμενους Ολυμπιακούς Αγώνες (1984, Λος Αντζελες) είχε έρθει τρίτος. Πιθανόν ο Λέρι Χαμπέλοφ να μην εκτίμησε καλά τον αντίπαλό του. Ισως οι διαιτητές να έκαναν λάθος. Ο Ρουμάνος με απόφαση των κριτών πήρε τον ένα πόντο, που τον έκανε χρυσό Ολυμπιονίκη, και ο Λέρι Χαμπέλοφ, παρά τη δυσαρέσκειά του, ανέβηκε στη δεύτερη θέση του βάθρου.

Στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1990 αγωνίστηκε με εντυπωσιακό πάθος διότι ήθελε να δείξει σε όλους ποιος είναι ο κυρίαρχος της κατηγορίας. Και, φυσικά, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο. Την επιτυχία του την επανέλαβε και την επόμενη χρονιά ενώ το 1992 αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης. Οι πολιτικές ανακατατάξεις της χώρας δεν τον επηρέασαν διότι ήταν προσηλωμένος στο στόχο του: να γίνει χρυσός Ολυμπιονίκης. Στη διοργάνωση της Βαρκελώνης αποτέλεσε μέλος της Ενωμένης Ομάδας της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών. Και εκεί το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Επέστρεψε από την Ισπανία με το χρυσό μετάλλιο στις αποσκευές του.

Σε αντίθεση με άλλους αθλητές, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης, δεν επέλεξε να αγωνιστεί για τη γενέτειρά του, τη Γεωργία, αλλά προτίμησε να παλεύει για τα χρώματα της Ρωσίας. Με αυτή τη σημαία, ο Λέρι Χαμπέλοφ αναδείχθηκε πρωταθλητής κόσμου του 1993.

Η νέα καριέρα σε μία διαφορετική «παλαίστρα»

Το 1993, και μετά την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, ο Λέρι Χαμπέλοφ αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στη μεγαλύτερη κατηγορία σωματικού βάρους. Αρχισε να αγωνίζεται στα 130 κ. αλλά γρήγορα φάνηκε ότι η απόφασή του δεν ήταν σωστή, καθώς ο σωματότυπός του δεν ταίριαζε σε αυτά τα κιλά.

Ηρθε τρίτος στο παγκόσμιο και το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 1995 και, συνηθισμένος στα χρυσά μετάλλια, αποφάσισε να χάσει κιλά και να επιστρέψει στην κατηγορία, όπου διακρίθηκε. Η ηλικία, όμως, δεν ήταν σύμμαχός του. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντας περιορίστηκε στη 14η θέση.

H διοργάνωση του 1996 σηματοδότησε και το τέλος της καριέρας του Λέρι Χαμπέλοφ. O χρυσός Oλυμπιονίκης επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Γεωργία και ασχολήθηκε με την προπονητική. Από το 2000-2007 υπήρξε εθνικός προπονητής στην ομάδα της ελευθέρας της χώρας του. Το 2006, έγινε μέλος στο διεθνές Hall Of Fame της πάλης.

Η δεύτερη μεγάλη αγάπη του Ολυμπιονίκη, μετά τον αθλητισμό, ήταν η πολιτική. Τις πρώτες… βάσεις τις έβαλε την εποχή που ήταν προπονητής. Από το 1998 – 2004 διετέλεσε αναπληρωτής πρόεδρος του αθλητικού τμήματος του υπουργείου Πολιτισμού της Γεωργίας. Το 2008 έθεσε υποψηφιότητα με το Δημοκρατικό Κόμμα της Γεωργίας αλλά δεν εξελέγη. Παράλληλα, υπήρξε αντιπρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής της Γεωργίας. Το 2012 εντάχθηκε στο κόμμα «Ονειρο της Γεωργίας». Την 1η Οκτωβρίου 2012 εκλέχθηκε και έγινε πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αθλητισμού και Νεότητας της χώρας.

Σήμερα είναι και πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής της Γεωργίας και τον Μάιο είχε βρεθεί στην Αθήνα προκειμένου να παραλάβει τη Φλόγα για το Ολυμπιακό Φεστιβάλ Νεότητας «Τιφλίδα 2015».