ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Τζακ Λάβλοκ: Ενας άλυτος «γρίφος» στην άκρη του πλανήτη

tzak-lavlok-enas-alytos-grifos-stin-akri-toy-planiti-2108356

Mια ματιά στην ολυμπιακή ιστορία της Νέας Ζηλανδίας είναι αρκετή για να καταδείξει την αθλητική παράδοση αυτής της μικρής χώρας που μοιάζει να γλιστράει από τον παγκόσμιο χάρτη στην άλλη άκρη της γης. Κωπηλασία, ιστιοπλοΐα, κανό, ιππασία, κολύμβηση, ποδηλασία αποτελούν τα δυνατά χαρτιά των Νεοζηλανδών οι οποίοι, πάντως, δεν θα σταματήσουν ποτέ να θεωρούν ως εθνικό τους άθλημα το ράγκμπι, στο οποίο κυριαρχούν επί χρόνια με τους περίφημους «Ολ Μπλακς». Η αθλητική τους παράδοση, όμως, δεν σταματά εκεί, αφού και στον «βασιλιά» των Ολυμπιακών Αγώνων, τον στίβο, οι Νεοζηλανδοί έχουν αναδείξει τους δικούς τους πρωταγωνιστές. Πολύ πριν τον Πίτερ Σνελ, ο οποίος είναι ένας αθλητής – σύμβολο στη χώρα των Μαορί, υπήρξε μία ακόμη σπουδαία μορφή που… έσπρωξε τη Νέα Ζηλανδία πιο κεντρικά στον αθλητικό χάρτη: Ο Τζόνι «Τζακ» Λάβλοκ. Χρυσός Ολυμπιονίκης στα 1.500 μ. στους Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, γιατρός και εξέχουσα προσωπικότητα της χώρας του. Ωστόσο, το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα και άδοξα μόλις στα 40 του χρόνια.

Γεννήθηκε από Αγγλους μετανάστες στις 5 Ιανουαρίου 1910 στο Κράσινγκτον, μια πόλη στο νότιο νησί της χώρας. Υπήρξε άριστος μαθητής και εξαιρετικός σε όλα τα αθλήματα. Από το ράγκμπι, μέχρι την κολύμβηση και το μποξ. Στην πυγμαχία, μάλιστα, κατέκτησε και το σχολικό πρωτάθλημα το 1928.

Οι μαθητικές του επιδόσεις τον έφεραν στο Πανεπιστήμιο του Οταγκο, όπου σπούδασε ιατρική. Και εκεί, συνέχισε να ασχολείται με τον αθλητισμό, αλλά αυτή τη φορά κυρίως με τον στίβο και συγκεκριμένα με τις μεσαίες αποστάσεις. Εγινε μέλος της ομάδας του Πανεπιστημίου και διακρίθηκε στο αγώνισμα του 1 μιλίου (περίπου 1.600 μ.). Το 1931 κέρδισε υποτροφία για το Κολέγιο Εξετερ της Οξφόρδης, όπου γύρισε μια νέα σελίδα στη ζωή του. Μέχρι το 1934 είχε αποφοιτήσει, ολοκληρώνοντας τον κύκλο των σπουδών του, ενώ παράλληλα άρχισε να ασχολείται πιο ενεργά με τον αθλητισμό. Εκμεταλλευόμενος και τις ιατρικές του γνώσεις ο Λάβλοκ υιοθέτησε ένα ξεχωριστό πρόγραμμα προπόνησης, ασχολήθηκε με τη διατροφή του και προσπάθησε να τελειοποιήσει την κίνησή του στο τρέξιμο, χρησιμοποιώντας ακόμα και την τεχνολογία της φωτογραφίας. Σημαντική για τον Λάβλοκ ήταν και η γνωριμία του με τον (μετέπειτα) Βαρόνο Αρθουρ Πόριτ, ο οποίος υπήρξε κι αυτός αθλητής και, μάλιστα, με ολυμπιακή εμπειρία.

Η πρόοδός του ήταν ραγδαία. Βελτιωνόταν συνεχώς τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, αφού πολλοί τον περιγράφουν ως ένα άτομο με εύθραυστη ψυχολογία και αρκετά νευρικό μερικές φορές. Στις 24 Μαΐου 1932 έκανε για πρώτη φορά αισθητή την παρουσία του, σπάζοντας το βρετανικό ρεκόρ στο μίλι, με χρόνο 4 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα, χρόνος που ήταν ο πέμπτος καλύτερος εκείνης της εποχής. Δύο εβδομάδες αργότερα έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ στα 3/4 του μιλίου με 3΄2΄΄2 και κέρδισε μία θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Αντζελες, όπου θα αγωνιζόταν στα 1.500μ.

Η απειρία του σε συνδυασμό με την παρουσία σπουδαίων αθλητών όπως ο Ιταλός Λουίτζι Μπεκάλι, ο Βρετανός Τζέρι Κορνς, ο Καναδός Φιλ Εντουαρντς και ο Αμερικανός Γκλεν Κάνινγχαμ, περιόρισαν τον Λάβλοκ στην έβδομη θέση. Η «αποτυχία» αυτή αποτέλεσε το εφαλτήριο για την εκτόξευσή του. Στις 15 Ιουλίου 1933 έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ στο μίλι με 4΄7’’6 και έναν χρόνο αργότερα κυριάρχησε στους Αγώνες της (Βρετανικής) Κοινοπολιτείας.

Η ξέφρενη κούρσα στο Βερολίνο

Παρά τις επιτυχίες του, αυτό που έλειπε από τον Λάβλοκ ήταν το μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, με τη διοργάνωση του 1936 στο Βερολίνο να είναι η μεγάλη ευκαιρία του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δούλεψε σκληρά σε όλους τους τομείς. Παρατήρησε ότι υστερούσε στην αντοχή και γι’ αυτό δούλεψε περισσότερο στις μεγάλες αποστάσεις, σε βαθμό μάλιστα που στο Βερολίνο ήθελε να αγωνιστεί και στα 5χλμ.! Τελικά εγκατέλειψε αυτή την ιδέα, κυρίως λόγω των ενοχλήσεων που ένιωθε στο γόνατο και τον αχίλλειο τένοντα. Μάλιστα, για να καταφέρει να αγωνιστεί στους Αγώνες χρειάστηκε και τη βοήθεια του διάσημου βιολόγου και φαρμακολόγου Αλεξάντερ Φλέμινγκ, ο οποίος του χορήγησε διάφορες ενέσεις με σκοπό να απαλύνει τον πόνο του.

Στις 6 Αυγούστου, όταν η κούρσα ξεκίνησε, τα δύο μεγάλα φαβορί της αναμέτρησης, οι Κάνινγχαμ και Μπεκάλι πήραν κεφάλι, με τον Λάβλοκ να μένει μαζί με το «μπουλούκι» πίσω τους. Με το καμπανάκι του τελευταίου γύρου, όμως, ο Νεοζηλανδός άρχισε ένα ξέφρενο σπριντ, απομακρύνθηκε από τους υπόλοιπους, ξεπέρασε τους Κάνινγχαμ, Μπεκάλι με σχετική ευκολία και τερμάτισε με διαφορά στην πρώτη θέση με παγκόσμιο ρεκόρ 3 λεπτά και 47,8 δευτερόλεπτα.

Ηταν τέτοια η κούρσα του, που ανάγκασε τον εκφωνητή του BBC, Χάρολντ Αμπρααμς, να υπερβεί κάθε κανόνα της μετάδοσης και να φωνάζει υπέρ του Λάβλοκ. «Θεέ μου, θα τα καταφέρει! Πάμε Τζακ! Ο Λάβλοκ θα κερδίσει! Εξι γιάρδες ακόμα, πέντε γιάρδες. Θα κερδίσει! Κέρδισε!».

Η φιγούρα του σγουρομάλλη, μικροκαμωμένου Λάβλοκ με την ολόμαυρη στολή με το λευκό φτερό στο στήθος έγινε από τις πλέον αναγνωρίσιμες στο Βερολίνο, ενώ ανάλογες τιμές του επιφύλασσαν στην πατρίδα του. Με μία διαφορά, όμως.

Ενα ατύχημα που σημάδεψε και κόστισε τη ζωή του

Ο Λάβλοκ δεν ήθελε να τον περιφέρουν αριστερά και δεξιά για να δίνει ομιλίες και να καυχιέται για τα κατορθώματά του. Επίσης, αρνήθηκε θέση στην κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας, αφού αυτό θα πήγαινε κόντρα στα όνειρά του. Επέστρεψε στην Αγγλία, όπου άσκησε το λειτούργημα του γιατρού, ενώ ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στη Βόρεια Ιρλανδία στον τομέα της Φυσικής Ιατρικής και ανήλθε στον βαθμό του ταγματάρχη.

Ολα όμως άλλαξαν το 1940 όταν είχε ένα ατύχημα, το οποίο δεν αποκλείεται να του κόστισε τη ζωή εννιά χρόνια αργότερα! Ο Λάβλοκ έπεσε από ένα άλογο και έμεινε αναίσθητος για περίπου μία ώρα. Εσπασε το χέρι και το πόδι του και από εκείνη τη στιγμή είχε αρκετές ζαλάδες και αστάθεια. Συνέχισε τη ζωή του, παντρεύτηκε το 1945 την Αμερικανίδα Σίνθια Τζέιμς και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε στο νοσοκομείο του Μανχάταν.

Το πρωί της 28ης Δεκεμβρίου 1949, αισθάνθηκε ξανά ζαλάδες. Τηλεφώνησε στη σύζυγο και τις δύο κόρες του και τις ενημέρωσε ότι θα επιστρέψει νωρίτερα σπίτι. Μετέβη στον σταθμό του μετρό στο Μπρούκλιν και λίγο πριν καταφθάσει το τρένο έπεσε στις ράγες, όπου βρήκε ακαριαίο θάνατο. Οσες φήμες κι αν αναπτύχθηκαν περί αυτοκτονίας τα γεγονότα έδειχναν -λόγω της κατάστασής του- ατύχημα.

Με το πέρασμα των χρόνων ο μύθος του Λάβλοκ γιγαντώθηκε. Το όνομά του δόθηκε σε δρόμους, αθλητικές εγκαταστάσεις και πάρκα. Η επιτυχία του στο Βερολίνο, η ικανότητά του ως επιστήμονας, ο «κλειστός» χαρακτήρας του, το άδικο τέλος του, αποτέλεσαν και αποτελούν ένα μυστήριο μιας άλλης εποχής για τους συμπατριώτες του. Μάλιστα, το υπουργείο Πολιτισμού και Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Νέας Ζηλανδίας τον χαρακτηρίζει ως έναν «μύθο που εξάπτει τη φαντασία των Νεοζηλανδών και όχι μόνο».