ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Μετά τον ελληνικό εφιάλτη, ο Ρανιέρι οδηγεί τη Λέστερ στο όνειρο

ranierijpg1

Απόψε στις 19.30, στο «Κινγκ Πάουερ» του Λέστερ, η τοπική ομάδα δίνει έναν ιστορικό αγώνα υποδεχόμενη τη θρυλική Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Κάθε αγώνας για μια «μικρή» ομάδα με μια «μεγάλη» είναι ιστορικός, ωστόσο ο σημερινός έχει κάτι διαφορετικό σε σχέση με τις άλλες κόντρες των δύο ομάδων. Η Λέστερ του Κλαούντιο Ρανιέρι είναι στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα. Υστερα από 13 παιχνίδια, έχει μόλις μία ήττα και η ποδοσφαιρική κοινωνία της Αγγλίας παρακολουθεί εντυπωσιασμένη το ποδοσφαιρικό κατόρθωμα της ομάδας του Ιταλού προπονητή.

Τέτοιες μέρες, πριν από έναν χρόνο ο Ρανιέρι έφευγε από την Εθνική Ελλάδος έχοντας παίξει τέσσερα παιχνίδια και έχοντας σημειώσει μία ισοπαλία και τρεις ήττες. Τελικώς, κατά πόσο η τραγική πορεία της Ελλάδας στα προκριματικά του Euro 2016 μπορεί να χρεωθεί αποκλειστικά στον προπονητή; Είναι δυνατόν ένας προπονητής να μπορεί να οδηγεί τη Λέστερ από νίκη σε νίκη στην Πρέμιερ Λιγκ και στην Ελλάδα να μην μπορεί να σημειώσει τις νίκες που απαιτούνται για πρόκριση στα τελικά του Euro;

Η Εθνική Ελλάδος δεν είναι συγκρίσιμο μέγεθος με τη Λέστερ, δεδομένου ότι οι στόχοι που τίθενται στις δύο περιπτώσεις είναι διαφορετικοί. Στόχος της αγγλικής ομάδας πριν από το ξεκίνημα του πρωταθλήματος, ήταν η γρήγορη παραμονή στην κατηγορία, συνεπώς οτιδήποτε περισσότερο συνιστά υπέρβαση. Στην Ελλάδα της δεκαετίας 2004-2014, οι στόχοι είναι υψηλότεροι, καθώς η «γαλανόλευκη» συμμετείχε σε όλες τις τελικές φάσεις των διοργανώσεων στις οποίες έλαβε μέρος, εξαιρουμένου του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006.

Καλοκαίρι 2014: η Εθνική Ελλάδος αποκλείεται «στα σημεία» από την Κόστα Ρίκα και χάνει την ευκαιρία να συμμετάσχει στα προημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η διοίκηση της ΕΠΟ, κατά την επιστροφή της ομάδας από τη Βραζιλία δεν κλείνει αεροπορικά εισιτήρια στον ομοσπονδιακό τεχνικό, Φερνάντο Σάντος, στον οποίο λέει πως πρέπει να επιστρέψει στην Πορτογαλία και όχι στην Ελλάδα μαζί με τους ποδοσφαιριστές. Το γιατί έφυγε από την Εθνική ο Σάντος, βεβαίως, παραμένει ένα άλυτο μυστήριο, δεδομένης της επιτυχίας του.

Προπονητής της ομάδας αναλαμβάνει ο Κλαούντιο Ρανιέρι. Ο Ιταλός είναι 63 ετών και το βιογραφικό του είναι γεμάτο με σπουδαίες ομάδες της Ευρώπης. Ρόμα, Γιουβέντους, Ιντερ, Τσέλσι, Βαλένθια και Νάπολι είναι μερικές από αυτές.

Η ελληνική πραγματικότητα

Η «γνώση της ελληνικής πραγματικότητας» ήταν ένα από τα αγαπημένα κλισέ, κυρίως την προηγούμενη δεκαετία, όταν ήθελαν να τονίσουν πως ένας προπονητής πρέπει να έχει γνώση των τρόπων λειτουργίας του εγχώριου ποδοσφαίρου. Ο Ρανιέρι έρχεται στην Ελλάδα και πέραν της δικής του έρευνας για το ποιους ποδοσφαιριστές χρειάζεται, βλέπει μια ομάδα να απαρτίζεται από μάνατζερ και διάφορους παρατρεχάμενους που συμμετέχουν σε όλη τη λειτουργία της. Ο Ιταλός, ωστόσο, είναι προπονητής, όχι γενικός επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης για να αλλάξει εκ βάθρων μια ομοσπονδία.

Αποδεικνύεται πως το κλισέ περί «ελληνικής πραγματικότητας» είναι απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία. Το τσάρτερ των πτήσεων για τους αγώνες, μοιάζει με «τσάρτερ της χαράς» για την ΕΠΟ και όχι μια επαγγελματική πτήση ποδοσφαιρικής ομάδας.

Ο Ρανιέρι έχει φύγει ως αποτυχημένος, αλλά η διοίκηση της ΕΠΟ παραμένει αλώβητη στη θέση της χωρίς να αναλαμβάνει τις ευθύνες που της αναλογούν. Ο Κώστας Κατσουράνης, πρωταθλητής Ευρώπης του 2004 σε συνέντευξή του προ τριμήνου, αναφέρει πως ο Ρανιέρι δεν φέρει ευθύνη, λέγοντας: «Για το σημερινό κατάντημα φυσικά φταίει η ΕΠΟ. Ευθύνονται αυτοί που πήραν τις αποφάσεις. Το 60% του προβλήματος εντοπίζεται εκτός γηπέδου».

Οπως αναφέρουν όλοι όσοι συμμετείχαν στην επιτυχημένη ομάδα των προηγούμενων ετών, παραδέχονται πως το κλειδί της επιτυχίας είναι το γεγονός πως το ποδοσφαιρικό κομμάτι της Εθνικής Ελλάδος ήταν πλήρως ανεξάρτητο από τις δομικές παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου.

«Καμία βελτίωση»

Ο Ρανιέρι, σε δηλώσεις του την προηγούμενη εβδομάδα, ανέφερε με νόημα πως «δεν είδα να βελτιώνεται η Εθνική Ελλάδας μετά τη φυγή μου» και -εκ του αποτελέσματος- δικαιώνεται απολύτως. Οταν άλλωστε η προσπάθεια αναζήτησης ενός προπονητή δεν γίνεται με κανένα σαφές κριτήριο πέραν της εθνικότητας, τότε η αποτυχία μοιάζει φυσική συνέχεια. Πώς άλλωστε μπορούν να συγκριθούν ο φύσει επιθετικός προπονητής Τόμας Σαάφ που αποτέλεσε στόχο της Εθνικής Ελλάδας, με έναν φύσει αμυντικό όπως είναι ο τωρινός, Μίκαελ Σκίμπε, πέραν του τόπου γέννησής τους;