ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ρ. Ζεράβιτσα: Ο σκληρός και δίκαιος δάσκαλος του μπάσκετ

zeravitsa1

Το πιο εξαγώγιμο «προϊόν» της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, ήταν και παραμένει το μπάσκετ, ακόμα και μετά τον διαμελισμό της χώρας, πριν από 25 χρόνια. Η μορφή του Σέρβου προπονητή Ράνκο Ζεράβιτσα που συγκαταλέγεται στην πρώτη δεκάδα των κορυφαίων του ευρωπαϊκού μπάσκετ και απεβίωσε σε ηλικία 86 ετών, έγινε ταυτόσημη με τις μεγάλες επιτυχίες της Εθνικής ομάδας των «πλάβι» στη δεκαετία του ’70. Απέναντι στο απόλυτο φαβορί της εποχής, την πρώην Σοβιετική Ενωση, αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, κατέκτησε σωρεία μεταλλίων σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις. Απόλυτα γνωστός στους… ηλικιωμένους φίλους του μπάσκετ και αδρά γνώριμος στους νεότερους που πρέπει να διαβάσουν την ιστορία της καριέρας του για να μάθουν το έργο που άφησε παρακαταθήκη στο σερβικό μπάσκετ. Ο Ράνκο Ζεράβιτσα μπορεί να μην εργάστηκε ποτέ στην Ελλάδα, αλλά τέσσερις «μαθητές» του, ο Βλάντο Τζούροβιτς, ο Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, ο Ντούσαν Ιβκοβιτς και ο Ντράγκαν Σάκοτα, έγιναν οι «απόστολοί» του στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Η καριέρα του Ζεράβιτσα με τη φανέλα της Ραντίνσκι Βελιγραδίου, ξεχάστηκε πολύ γρήγορα, αλλά μεγαλούργησε ως προπονητής. Στην αρχή της σταδιοδρομίας του, μαθήτευσε για πέντε χρόνια (1960-65) δίπλα στον Ατσα Νίκολιτς και έμελλε να γίνει ο έτερος πόλος των σχολών μπάσκετ στο γιουγκοσλαβικό μπάσκετ. Ο αείμνηστος Νίκολιτς ήταν αντίπαλο δέος του Ζεράβιτσα, στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80 και ανέδειξε σπουδαίους προπονητές, όπως ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς. Ωστόσο, άπαντες από την ίδια γενιά προπονητών, ήταν βαθιά επηρεασμένοι από τη φιλοσοφία και των δύο «τοτέμ».

Μαζί με τους Ράντομιρ Σάπερ και Νεμπόισα Πόποβιτς που έχουν αποβιώσει, επίσης, αλλά και τον τέως γενικό γραμματέα της FIBA Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς και τον Κροάτη, Μίρκο Νόβοσελ, ο Ζεράβιτσα συγκαταλέγεται στους «πατριάρχες» του «kosarka», όπως λέγεται το μπάσκετ στη σερβική γλώσσα.

Ο εκλιπών ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Ηταν υπέρμαχος της ταχύτητας στην ανάπτυξη και του transition game (γρήγορη μεταφορά της μπάλας από την άμυνα στην επίθεση για τον πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα αιφνιδιασμό), ενώ κύριο χαρακτηριστικό των επιθετικών συστημάτων που σχεδίαζε, ήταν η ισορροπία του περιφερειακού παιχνιδιού και της επιθετικής παραγωγικότητας, εντός της αντίπαλης ρακέτας.

Η «τροφοδοσία» των ψηλών παικτών με την μπάλα, αποτελούσε τη βασική εντολή του στους περιφερειακούς συμπαίκτες τους.

Ο Ζεράβιτσα ευτύχησε να προπονήσει όλους τους «αστέρες» της εποχής, με την Εθνική ομάδα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η οποία είχε βρεθεί αντιμέτωπη με την Εθνική Ελλάδας, στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του ’69 που είχε βασικά στελέχη της, τον πρώτο σκόρερ του τουρνουά Γιώργο Κολοκυθά, τον Βασίλη Γκούμα και τον Γιώργο Τρόντζο. Για κάθε ταλαντούχο παίκτη, ο Ζεράβιτσα πίστευε ότι η σκέψη του, έπρεπε να ήταν πειθαρχημένη, ώστε να ξεδιπλώσει κάθε πτυχή των αγωνιστικών χαρισμάτων του και είχε το δικό του δόγμα: «Οσο πιο πολύ σε μισούν οι παίκτες, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία θα έχεις»!

Μέλος του ευρωπαϊκού «Ηall of Fame», από το 2007, ο Ζεράβιτσα έγραψε δύο βιβλία προπονητικής στη Σερβία, αν και δεν πίστευε στη μετάδοση των γνώσεών του από την ανάγνωσή τους και σε όλους τους νεότερους τεχνικούς, έλεγε την ίδια φράση: «Μόνο μέσα στο γήπεδο, διδάσκεται το μπάσκετ και όλα τα ομαδικά αθλήματα. Δεν μιλάμε για… μαγειρική»!

Διαρκής δίψα για γνώση

Η θεαματική εξέλιξη του μπάσκετ και η μεγιστοποίηση της συμβολής του προπονητή στην τακτική του αθλήματος, εντυπωσίαζε τον Ράνκο Ζεράβιτσα, μέχρι τα βαθιά γεράματά του. Μπορεί να αποσύρθηκε από τους πάγκους, το 2003, στη Σαραγόσα, αλλά ακόμα και σε ηλικία 76 ετών, τότε, παρακολουθούσε τις αλλαγές επιθετικών συστημάτων, έδινε διαλέξεις σε προπονητικά σεμινάρια και ήταν ένα «ανοιχτό βιβλίο» για πολλούς νεότερους προπονητές. Μια από τις πάγιες αρχές του, ήταν η διαμόρφωση της προπονητικής φιλοσοφίας, υποστηρίζοντας ότι «αυτός που κατευθύνει την ομάδα, διαμορφώνει τη φιλοσοφία του, αναλόγως με τους παίκτες που διαθέτει και είναι λάθος να προσπαθεί να προσαρμόσει τον αγωνιστικό χαρακτήρα και την ταυτότητα των παικτών αναλόγως με τη δική του ιδεολογία για το μπάσκετ». Ο Ζεράβιτσα ήταν φανατικός υποστηρικτής της ατομικής τελειότητας, ειδικά στο στοιχείο που χαρακτήριζε κάθε παίκτη, όπως είναι το σουτ, η ντρίπλα, το ριμπάουντ, το διάβασμα του παιχνιδιού.

«Δεν είχα πολλά πράγματα να συμβουλέψω τον Κιτσάνοβιτς, τον Τσόσιτς ή τον Νταλιμπάγκιτς. Τους έλεγα, όμως, πριν και μετά από κάθε προπόνηση, να τελειοποιούν το χάρισμά τους. Ο ταλαντούχος παίκτης μπορεί να γίνει μεγάλος, μόνο όταν κάνει τέλεια αυτό που τον προίκισε η φύση» έλεγε ο προφέσορας του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ και θεωρούσε ότι το σπουδαιότερο πλεονέκτημα του προπονητή είναι η διαρκής εξέλιξή του. Η φράση του Σωκράτη, «γηράσκω αεί διδασκόμενος», χαρακτήριζε τη δουλειά του Ζεράβιτσα σε όποιον πάγκο, κι αν έκατσε, ενώ «ζήλεψε» μόνο την Εθνική ομάδα των «πλάβι» που καθοδήγησε ο Ντούσαν Ιβκοβιτς στα Ευρωμπάσκετ του 1989, του 1991 και στο Παγκόσμιο του 1990, πριν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
«Ηταν η πληρέστερη Εθνική ομάδα. Καλύτερη κι από αυτήν που ήμουν προπονητής», είχε πει.

Με οδηγό την πειθαρχία και την αυστηρότητα

«Μαθητής» του Ράνκο Ζεράβιτσα και βαθύτατα επηρεασμένος από τις προπονητικές αρχές του, ο Βλάντο Τζούροβιτς ανήκει στη «σχολή» που δημιούργησε ο αείμνηστος τεχνικός, αλλά δεν ασπάστηκε ουδέποτε στην καριέρα του, τη σκληρή πειθαρχία του μέντορά του.

«Ο Ζεράβιτσα προκαλούσε… τρόμο στους παίκτες του και δεν έφτανε μόνο να τον σέβεσαι. Αγαπούσε, πάντα, τους παίκτες του, αναλάμβανε την ευθύνη της ήττας, τους υπερασπιζόταν, τους εμπιστευόταν, αλλά διατηρούσε απόσταση… ασφαλείας από όλους και ιδιαίτερα από τις “βεντέτες” της εποχής» λέει ο Σέρβος προπονητής που έμεινε για επτά χρόνια στον πάγκο του Πανιωνίου και συνέχισε σε αυτούς της ΑΕΚ και του Αρη.

«Είχε τον απόλυτο έλεγχο των ομάδων που δούλεψε και ιδιαίτερα στην Εθνική ομάδα της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Δικαιώθηκε για τη συμπεριφορά του, επειδή ήταν γεμάτη με σπουδαίους παίκτες, όπως ο Σλάβνιτς, ο Ντελίμπασιτς, ο Κιτσάνοβιτς, ο Νταλιμπάγκιτς και ο Τσόσιτς. Δεν ξέρω αν άλλος προπονητής θα είχε καταφέρει να τους έχει πειθαρχημένους. Πιστεύω ότι η πειθαρχία οδήγησε και την Εθνική Γιουγκοσλαβίας στις μεγάλες επιτυχίες της δεκαετίας του ’70, γιατί το ταλέντο των περισσοτέρων παικτών ήταν αναμφισβήτητο» θα πει ο «Τζούρο» που μαθήτευσε δίπλα στον Ζεράβιτσα, αλλά προτίμησε να μην τον μιμηθεί στην αυστηρότητά του.

«Πολλές φορές μου έλεγε ότι η θέση και η λειτουργία του προπονητή πρέπει να είναι υπεράνω της ομάδας, ακόμα κι αν προπονεί τον μεγαλύτερο παίκτη του κόσμου! Του απαντούσα: “Δάσκαλε, είναι και θέμα χαρακτήρα του προπονητή για να διατηρεί αυστηρές σχέσεις με τους παίκτες του”. Ο Ζεράβιτσα εκτιμούσε τη θέση μου, αλλά μου έλεγε, ότι είναι εύκολο να χαθεί ο έλεγχος της ομάδας, αν ο προπονητής είναι χαλαρός. Για παράδειγμα, εγώ δεν μπορούσα να είμαι αυστηρός με τον Φάνη Χριστοδούλου και συνεργαστήκαμε πολύ καλά».